Πολλές ερωτοχτυπήθηκαν μαζί του -θα βρεθούν αργότερα να πουν κάμποσοι- κι εκείνος, λάτρης καθώς φαίνεται, του ποδόγυρου καμμία δεν κακοκάρδιζε. Αλλά, δεν βαριέσαι… Ποιου αρσενικού το μυαλό τολμούσε να φτάσει ίσαμε κει; Τι ήταν αυτός ο άνδρας; Ένας πλανόδιος κανατάς, ένας κακορίζικος βιοπαλαιστής. Σιγά μη στρέφανε τα μάτια τους επάνω του οι γυναίκες.
Κουτσή πρωτεύουσα ακόμα η Αθήνα, πάλευε να σταθεί στα πόδια της, το δίκτυο ύδρευσης ήταν πολυτέλεια που δεν τολμούσε να ονειρευτεί. Οι στάμνες πηγαινοέρχονταν στις δημόσιες βρύσες και σπάγανε τακτικά. Κι ο όμορφος κανατάς ήταν ο μόνιμος τροφοδότης. Τα αιγινήτικα κανάτια του ήταν όμορφα και γερά «απ΄ του Γκαρή το μαστοράδικο είναι. Ξέρετε, μωρέ, τι σημαίνει μάστορας Γκαρής; Ο πρώτος στα κανάτια και όχι μόνον στην Αίγινα» διαλαλούσε το προϊόν του και συνάμα τραγουδούσε κάτι δικά του, αυτοσχέδια, ο κανατάς.
[Ο Αργύρης Γκαρής ήταν εκείνη την εποχή ο «γκουρού» της κεραμικής τέχνης. Λέγεται πως ο ίδιος τροφοδοτούσε και τη βασιλική αυλή. Από το εργαστήρι του στην Αίγινα έβγαιναν αριστουργήματα. Η τεχνική του της κατασκευής όμορφων, ανθεκτικών κανατιών, πέρασε από γενιά σε γενιά κι έφτασε ίσαμε τον 21ο αι.. Ο παππούς Γκαρής, ο προμηθευτής και του μπαρμπα-Γιάννη, δίδαξε τον γιο του κι εκείνος τον δικό του. Το όνομα έσβησε το 2017, με την απώλεια του τελευταίου αγγειοπλάστη Γκαρή, Νεκτάριου.]
Με τούτα και με ‘κείνα μαθεύτηκε και τ΄ όνομά του, Γιάννη τον λέγανε, και κάτι τα γκρίζα μαλλιά, κάτι το μουστάκι, συνήθισαν να τον φωνάζουν «μπάρμπα Γιάννη». Κι αυτός ο έρμος, δεν είχε καβατζάρει ακόμα το μεσοκόπημά του. Ήταν, δε, τέτοιο το πάθος με το οποίο διαφήμιζε την πραμάτεια του, που πολλοί πίστευαν πως καταγόταν από την Αίγινα, αν και ο ίδιος πολλές φορές είχε πει πως βάσταγε από την Προύσα.
Το τραγούδι και η αιχμητή απάντηση
Ο μπαρμπα-Γιάννης ήταν αγαπητός. Ήταν άκακος (ίσως και λίγο αφελής), μιλούσε όμορφα κι έλεγε αστεία που αγαπούσαν οι πελάτισσές του.
Μία Κυριακή του 1873, έχοντας εκκλησιαστεί στην Καπνικαρέα και συνομιλώντας με κάποιες κυρίες έξω από τον ναό, δέχθηκε απρόκλητα τα πειράγματα -που γρήγορα μετατράπηκαν σε ξυλοδαρμό- μίας παρέας κακομαθημένων νεαρών γόνων αριστοκρατικών οικογενειών, που επεδίωκαν να κάνουν επίδειξη ισχύος στον λόρδο κανατά και «εντύπωση» στις κυρίες. Τον κυνήγησαν ανηλεώς ως τη βάση της Ερμού κι αν εκείνος δεν ζητούσε καταφύγιο σε κάποιο κατάστημα και τη συνδρομή της Αστυνομίας, πιθανόν να τερμάτιζε εκεί τη… θητεία του στα εγκόσμια. Άλλωστε, οι νεαροί είχαν ήδη προλάβει να του καταφέρουν μία γερή ματσουκιά στο κεφάλι τραυματίζοντάς τον σοβαρά και στέλνοντάς τον στο νοσοκομείο.

Ο «Ασμοδαίος» του Θ. Άννινου Φωτογραφία μέσω ΑΠΕ- ΜΠΕ
Η φήμη του μπαρμπα-Γιάννη έφτασε στο παλάτι. Ο άδολος πραγματευτής, που είχε μετατραπεί σε εμβληματική μορφή της Αθήνας, ενέπνευσε τον Βαυαρό λοχαγό, αρχιμουσικό του Γεώργιου Α’, Αντρέα Σάιλερ, να διασκευάσει για χάρη του μία ιταλική καντσονέτα. Το νέο μουσικό προϊόν, αφιερωμένο πια στον δημοφιλή κανατά της ελληνικής πρωτεύουσας παιζόταν τακτικά από τη βασιλική ορχήστρα και παρά τους σκωπτικούς στίχους της έκανε τον μπαρμπα-Γιάννη να φουσκώνει σαν παγώνι.
«Μπαρμπα-Γιάννη με τις στάμνες και με τα σταμνάκια σου, να χαρείς τα μάτια σου // σαν φορείς ψηλό καπέλο και παπούτσια ελαστικά, πρόσεξε μη σε γελάσει καμμιά έμμορφη κυρά και σου φάει το γαϊδούρι και σ΄ αφήσει την ουρά // Μπαρμπα-Γιάννη σε λατρεύω, θα σε αγαπώ πιστά, μπαρμπα-Γιάννη κανατά».
Το ανάλαφρο τραγουδάκι αγαπήθηκε πολύ από την Αθήνα της εποχής, αλλά και από την Αθήνα του 20ού αι. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο τενόρος Πέτρος Επιτροπάκης το επανέφερε σε νέα εκτέλεση και το ανέδειξε σε μία από τις πλέον δημοφιλείς καντάδες όλων των εποχών.
[Η διεκδίκηση εκ μέρους του τενόρου των πνευματικών δικαιωμάτων της διασκευής από την εταιρεία Columbia που τύπωσε και πούλησε σε χιλιάδες αντίτυπα τον δίσκο, ήταν υπόθεση που απασχόλησε κάμποσο καιρό τον Τύπο της εποχής. Ο Επιτροπάκης είχε κυκλοφορήσει το τραγούδι σε δίσκο των 78 στροφών με την εταιρεία Odeon, αλλά το ίδιο τραγούδι εξέδιδε και πουλούσε σαν ζεστό ψωμί και η εταιρεία Columbia, χωρίς την άδεια του τενόρου και χωρίς βεβαίως καταβολή σε αυτόν οποιουδήποτε πνευματικού δικαιώματος.
Τον Ιανουάριο του 1934 ένα γραμμόφωνο στην αίθουσα του Πρωτοδικείου Αθηνών έπαιζε και ξαναέπαιζε τον μπαρμπα-Γιάννη για να αποφανθούν οι δικαστές τίνος ήταν εντέλει η μελωδία, που είχε κάνει τέτοια επιτυχία. Διότι η δισκογραφική ισχυριζόταν ότι η μελωδία ήταν παλιά ιταλική και είχε προσαρμοστεί από τον αρχιμουσικό του βασιλιά, ενώ ο τενόρος διαρρήγνυε τα ιμάτιά του ότι επρόκειτο πράγματι για παλιό τραγούδι, το οποίο όμως ο ίδιος είχε διασκευάσει στην τόσο δημοφιλή επιτυχία.
Από τη δίκη ο Επιτροπάκης βγήκε δικαιωμένος και αποζημιωμένος αδρά από την Columbia.]
Φαίνεται, πάντως, πως ο ίδιος κανατάς της Πλάκας ήταν αποφασισμένος να μην κρατηθεί στην ιστορία ως ένας απλός γραφικός πλανόδιος πραματευτής. Έτσι, αποφάσισε να απαντήσει με τον τρόπο του, τουλάχιστον στον αρχικό εμπνευστή της διασκευασμένης καντσονέτας. Το 1873, το τυπογραφείο του Γιάννη Ραζή εξέδωσε μία 16σέλιδη ποιητική συλλογή, υπό τον τίτλο «Τα δημώδη τραγούδια του Μπαρμπαγιάννη του κανατά και διάφορα άλλα ερωτικά συλλεχθέντα και τυπωθέντα δι’ εξόδων του», όπου ο ποιητής κανατάς, μεταξύ άλλων, δημοσίευε:
«Δεν με λέγετε, κυράδες,
τι σας μέλλει δι’ εμένα,
αν γυρίζω κάθε μέρα
με παλιόρουχα σχισμένα;
Κι αν την εορτήν σαν λόρδος περπατώ καμαρωτά,
με ψηλόν μαύρο καπέλο
και με γάντια εκλεκτά;
Εις τον ώμον εάν έχω
το σαλί μου ερριμμένο
και ως μέγας καπετάνιος
το μουστάκι μου στριμμένο;
Κι αν στον γάιδαρο επάνω
την καθημερνή φορτώνω
γαβαθάκια και σταμνιά
και φωνάζω τραλαλά;
Κι ότι αυτός θα με ψοφήσει
και θα μείνω στ’ ανοικτά,
επειδή δεν τον αφήνω
κάποτε να σταματά.
Και με λέτε να προσέχω
μη βρεθεί καμιά κυρά
και με φάγει το γαϊδούρι
και μ’ αφήσει την ουρά.
Μη, κυράδες μου, να ζείτε,
μην το κάνετε δουλειά
κι ο φτωχός ο μπαρμπα-Γιάννης
έχω σώα τα μυαλά.