Γράφει η Ανθούλα Βαμπουρέλλη*
Από καρδιάς εύχομαι Καλό Πάσχα με υγεία και ειρήνη! Το f.b κάθε τόσο ρωτάει …τι σκέφτεσαι; Εντάξει λοιπόν, θα σου πω, η μάλλον θα σου γράψω κάποιες ανακατεμένες αμπελοφιλοσοφίες μου.
Τα φύλλα στροβιλίζονται στις πρώτες ψιχάλες της βροχής και αρχίζουν τον χορό του φθινοπώρου. Στην αρχή αμήχανα, αλλά σύντομα αποδέχονται πως όλα κάποτε γίνονται μια απλή ανάμνηση και ο τελευταίος χορός τους , ίσως και να δηλώνει ελευθερία! Ψιθυρίζουν μεταξύ τους λόγια αγάπης και συγνώμης! Ήταν ωραία, ήταν υπέροχα, ήταν μοναδικά, φανταστικά, ήταν αξέχαστα ….. Ότι αναπνέει, έχει ζωή, έχει συναίσθημα, έχει κίνηση, έτσι θαρρώ, έτσι πιστεύω.
Νυχτώνει, η βροχούλα σταμάτησε, η ελπίδα αναπτερώθηκε, η θάλασσα ησύχασε. Ένα ξεχασμένο τζιτζίκι, ίσως και λίγο τρελούτσικο, κρυμμένο στα χρυσοκίτρινα φύλα, άρχισε δειλά – δειλά να τραγουδά περήφανα που ακόμη αντέχει στο κλάμα του ουρανού και στα περίεργα δάκρυα του! Ενθουσιασμένο που δεν βράχνιασε από την ψύχρα του φθινοπώρου, συνέχισε απτόητο τα τζιτζι τζιτζι τζίτζι του και τα τζιτζιτζιτζιτζιτζιτζι του. Οι φίλοι του έφυγαν πριν μέρες βιαστικά, αλλά αυτός επέμενε πως η ζωή μόνο πανέμορφη και καλοκαιρινή θα είναι για πάντα! Δεν ήξερε πως η μοναξιά του θα τον έκανε αδύναμο και το αδύναμο φθινοπωρινό χάδι του ήλιου σιγά σιγά θα πάγωνε τα εύθραυστα φτερά αλλά και την ψυχούλα του.
Το τσάι μοσχοβολάει, θα κρυώσει, έλα κλείσε τα παραθυρόφυλλα, πάψε να σκαλίζεις, δρόμοι παλιοί, όνειρα ξεφτισμένα, υπάρχει και γλυκό του κουταλιού, δεν πειράζει, πάρε δύο καρυδάκια, σιγά μη παχύνεις, ας παχύνω δε με νοιάζει! Τώρα θέλω ένα μανταρίνι να το ζουλήξω να μου τσούξουνε τα μάτια, να δακρύσουν να καθαρίσουνε και να αράξω στον καναπέ!
Πως γίνεται ο κορμός των δέντρων να μη λυγίζει και να ναι πάντα δυνατός στις μπόρες και στους αέρηδες, να είναι συνεχώς ατσάλινος, στιβαρός, ακούνητος, αλύγιστος, ακλόνητος!
Μη χειρότερα, για δες κάτι πράγματα που συμβαίνουν στον κόσμο! Πέρασε η ώρα , περνούν τα χρόνια, άνθρωποι φεύγουν, μωρά γεννιούνται, αέναη φύση, αέναη ζωή! Όλα γαληνεύουν σαν έρθει η ώρα και η σοφία της ζωής ποτέ δεν ξεχνά να χτυπήσει την πόρτα, την κάθε πόρτα του κάθε ανθρώπου. Έστω και αργά θα του διδάξει πως το χτες έφυγε, πάει τελείωσε, χάθηκε στην καταχνιά του παρελθόντος!
Έτσι γίνεται αιώνες τώρα, συμβιβάσου, ησύχασε, να είσαι ευγνώμων που έφτασες ίσαμε εδώ, ευγνώμων για τα λάθη σου, που έμαθες πια γιατί έπαθες και ξέρεις και μπορείς να ξανά ονειρευτείς και να ξανανθίσεις και άκου…. δεν χωράνε πια όλα μέσα σου και γίνε πιο φειδωλός σαν θέλεις να δώσεις, κράτησε πια και για σένα λίγη αγάπη! Την λέξη “πρέπει” πέταξέ την μακριά, δεν τα χόρτασες τα “πρέπει τα γιατί και τα διότι”;
Σαν σαράκι τρύπησαν τα σωθικά σου, άπλωσε την ψυχή σου στο σχοινί της μπουγάδας, να στεγνώσει, να εξατμιστεί και η τελευταία στάλα νερού και ζήσε πια όπως γουστάρεις. Ελευθερώσου, όχι άλλα βάρη, όχι ντροπές και φοβίες ακούς; Να προσέχεις! Αυτό… Σ’ αγαπώ.
*Η Ανθούλα Βαμπουρέλλη είναι ενεργή Πολίτης – Συγγραφέας





