Γράφει η Εύη Κοκκίνου – Κελλάρη*
(Η Φωνή της Κορινθίας Φ. 1986)
Η πρόσφατη τραγική είδηση των δύο νεαρών κοριτσιών που αποφάσισαν να θέσουν μαζί τέλος στη ζωή τους συγκλόνισε την μικρή, αλλά και τόσο χαοτική κοινωνία μας. Το συγκεκριμένο περιστατικό, όμως, όσο οδυνηρό κι αν είναι, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και συχνότερα ανθρώπους κάθε ηλικίας να οδηγούνται στην απόγνωση και τελικά στην αυτοκαταστροφή.
Τα στοιχεία μάλιστα για την ψυχική υγεία των ανηλίκων στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Πιο ανησυχητικό στοιχείο, όμως, είναι ότι η κοινωνία μοιάζει να συνηθίζει σιγά σιγά σε αυτές τις ειδήσεις. Συγκλονιζόμαστε για λίγες ημέρες, εκφράζουμε τη θλίψη μας, την απορία μας για τα «γιατί», μπορεί και τον θυμό μας, αλλά γρήγορα επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας μέχρι να συμβεί το επόμενο τραγικό περιστατικό.
Κάποτε η Ελλάδα θεωρούνταν μία από τις πιο ζωντανές, ανθρώπινες και κοινωνικά δεμένες κοινωνίες στον κόσμο. Οι οικογενειακοί δεσμοί, οι γειτονιές, η έντονη θρησκευτική πίστη, η συνάντηση στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, οι βόλτες και τα πικνίκ με όλη την οικογένεια και τους φίλους στο δάσος και στις παραλίες, οι γιορτές στα σπίτια, οι ανθρώπινες σχέσεις, η επικοινωνία των ανθρώπων στα καφενεία, ακόμη και αυτό το «κουτσομπολιό» με τις γειτόνισσες στα σκαλιά της εξώπορτας, το αίσθημα του «ανήκειν» σε μία κοινότητα, λειτουργούσαν ως ισχυρά στηρίγματα στις δύσκολες στιγμές.
Τα «μοντέρνα» πρότυπα ζωής αμφισβήτησαν αυτές τις σταθερές της ελληνικής κοινωνίας, της οικογένειας, τα διακωμώδησαν και σιγά σιγά αποκοπήκαμε ο ένας από τον άλλον. Σήμερα ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται μόνοι, αβοήθητοι και ψυχικά εξαντλημένοι.
Η μοναξιά έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες ασθένειες της εποχής μας. Και δεν αφορά μόνο όσους ζουν απομονωμένοι. Υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται καθημερινά ανάμεσα σε άλλους και παρ’ όλα αυτά νιώθουν αόρατοι. Η ψηφιακή επικοινωνία αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό την ουσιαστική επαφή, οι ανθρώπινες σχέσεις έγιναν πιο εύθραυστες, ενώ η συνεχής πίεση για επιτυχία και ο έντονος ανταγωνισμός που ξεκινά -δυστυχώς- από το δημοτικό σχολείο, με την εικόνα και την κοινωνική αποδοχή να πρωτοστατούν ως κριτήρια ευτυχίας, δημιουργούν εσωτερική ασφυξία.
Ιδιαίτερα οι ανήλικοι μεγαλώνουν μέσα σε ένα αγχωτικό περιβάλλον, βομβαρδίζονται από πληροφορίες, πρότυπα και απαιτήσεις, ενώ στερούνται συχνά την ουσιαστική παρουσία, την αληθινή επικοινωνία, το χάδι, την αγκαλιά.
Σε αυτή τη συνθήκη, επιβαρυντικό ρόλο στον ψυχισμό του ανθρώπου παίζει και ο τρόπος προβολής του κόσμου και των «ειδήσεων» από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα. Οι άνθρωποι κατακλύζονται ασταμάτητα με εικόνες πολέμου, εγκλήματος, βίας, διαφθοράς, δυστυχημάτων και κοινωνικής παρακμής.
Δεν προτείνεται φυσικά η άρνηση της πραγματικότητας, ούτε η ανάγκη ωραιοποίησης των προβλημάτων. Η δημοσιογραφία οφείλει να αναδεικνύει την αλήθεια. Όμως όταν η κοινωνία τρέφεται καθημερινά, σχεδόν αποκλειστικά, με φόβο, θυμό και απαισιοδοξία, τότε σταδιακά χάνει την ελπίδα της. Και ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδα γίνεται περισσότερο ευάλωτος στη μοναξιά, στην απογοήτευση και στην παραίτηση.
Είναι γεγονός ότι χρειαζόμαστε μια πιο υπεύθυνη και ανθρώπινη δημόσια επικοινωνία, που θα αναδεικνύει και τις φωτεινές πλευρές του κόσμου μας, τις θετικές ειδήσεις, που ευτυχώς ΥΠΑΡΧΟΥΝ: ιστορίες προσφοράς και αλληλεγγύης, δημιουργικές πρωτοβουλίες, ειδήσεις που αναδεικνύουν τον πολιτισμό, την παιδεία, τις μικρές καθημερινές πράξεις ανθρωπιάς, τους ανθρώπους που αγωνίζονται σιωπηλά για κάτι καλύτερο.
Είναι βέβαιο ότι η ελπίδα δεν γεννιέται από την απόκρυψη της πραγματικότητας, αλλά από την ισορροπία ανάμεσα στην επίγνωση των προβλημάτων και στην ΠΙΣΤΗ ότι μπορούμε να τα αλλάξουμε.
Το πρόβλημα δεν είναι ιατρικής φύσεως ή και οικονομικό, όπως θεωρούν κάποιοι, αλλά κυρίως υπαρξιακό, κοινωνικό, πολιτισμικό και πνευματικό.
Ζούμε σε μια εποχή όπου όλο και περισσότερο οι άνθρωποι απομακρύνονται από κάθε μορφή κοινότητας. Η οικογένεια αποδυναμώνεται, οι δεσμοί χαλαρώνουν, η εμπιστοσύνη μειώνεται και η κοινωνική συνοχή κλονίζεται. Παράλληλα, πολλοί άνθρωποι απομακρύνονται και από την Εκκλησία ή από κάθε μορφή πνευματικής αναφοράς. Ανεξάρτητα από τις προσωπικές πεποιθήσεις του καθενός, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η Εκκλησία λειτουργεί όχι μόνο ως χώρος προσευχής, αλλά και ως χώρος κοινότητας, συνάντησης, αλληλεγγύης και εύρεσης νοήματος.
Όταν ο άνθρωπος χάνει την αίσθηση ότι ανήκει κάπου, τότε η μοναξιά γίνεται υπαρξιακή. Και αυτή η υπαρξιακή μοναξιά είναι πολλές φορές πιο οδυνηρή από οποιαδήποτε υλική δυσκολία.
Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση του φαινομένου χρειάζεται μια συνολική, συντονισμένη προσπάθεια από όλους: την Πολιτεία, την οικογένεια, το σχολείο, την Εκκλησία, την τοπική αυτοδιοίκηση, τους ανθρώπους του πολιτισμού και κάθε ενεργό πολίτη.
Το κράτος οφείλει να επενδύσει σοβαρά, συστηματικά και με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό στην ψυχική υγεία και στην ενίσχυση των δημοσίων δομών και υπηρεσιών πρόληψης.
Ιδίως, όμως, το κράτος οφείλει να αντιληφθεί ότι το εκπαιδευτικό σύστημα που ακολουθεί έχει ΑΠΟΤΥΧΕΙ. Επιτέλους, το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει να καταλάβει ότι τα παιδιά δεν πρέπει να μπαίνουν από το Δημοτικό σε μια διαδικασία συνεχούς αξιολόγησης, εξετάσεων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων χωρίς σταματημό και επί παντός… Χρειάζονται την ήρεμη επαφή με τη σχολική κοινότητα, τη φύση, την τέχνη και το θέατρο, τη σωματική άσκηση, την έμπνευση, την ελπίδα, την πίστη ότι μπορούν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους με τον αγώνα τους…
Κι ας θυμηθούμε εδώ τη ρήση που αποδίδεται στον Θαλή τον Μιλήσιο και συμπυκνώνει την ολιστική αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για την ευδαιμονία:
«Σώματι υγιής, ψυχή δε εύπορος, τη φύσει δε ευπαίδευτος», που σημαίνει:
-Υγιής στο σώμα,
-Πλούσιος στην ψυχή/πνεύμα (δεν αναφέρεται στον υλικό πλούτο, αλλά στον πλούτο των συναισθημάτων, της ηθικής και της καλλιέργειας και
-Καλά εκπαιδευμένος (αναφέρεται στην καλή παιδεία, στην ικανότητα της μάθησης και της λογικής σκέψης).
Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται και κάτι βαθύτερο: η ανασυγκρότηση του κοινωνικού ιστού. Χρειαζόμαστε χώρους (κλειστούς, αλλά και ανοιχτούς/πάρκα), όπου οι άνθρωποι θα συναντιούνται ουσιαστικά, θα δημιουργούν σχέσεις εμπιστοσύνης και θα αισθάνονται ότι αποτελούν μέρος μιας κοινότητας.
Σε αυτό το σημείο, η τέχνη, ο πολιτισμός, το θέατρο, ο αθλητισμός και οι συλλογικές δημιουργικές δράσεις αποκτούν τεράστια σημασία -όχι ως πολυτέλεια ή συμπληρωματική δραστηριότητα, όχι ως διαγωνιστική διαδικασία, αλλά ως ουσιαστικοί μηχανισμοί κοινωνικής συνοχής και ψυχικής ενδυνάμωσης.
Η πραγματική πρόληψη ξεκινά πριν ο άνθρωπος φτάσει στο όριο, μέσα από τις μικρές καθημερινές πράξεις, από έναν γονιό που ακούει πραγματικά το παιδί του, από έναν δάσκαλο που αντιλαμβάνεται έγκαιρα ένα σιωπηλό μήνυμα, από μια κοινωνία που δεν στιγματίζει την ψυχική ή σωματική δυσκολία, από μια Εκκλησία που ανοίγει την αγκαλιά της χωρίς φόβο και ενοχή, από μια Πολιτεία που αντιμετωπίζει την ψυχική υγεία ως θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, από την Τοπική Αυτοδιοίκηση που δημιουργεί υποδομές και πιο ανθρώπινο αστικό περιβάλλον.
Εδώ βρίσκεται η ευθύνη όλων μας και η ελπίδα: να ξαναχτίσουμε μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, πιο ζεστή, πιο αλληλέγγυα και πιο ανοιχτή στη ζωή. Μια κοινωνία που θα προσφέρει στους ανθρώπους λόγους να ελπίζουν, να δημιουργούν και να συνεχίζουν.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο ζητούμενο της εποχής μας να μην είναι μόνο η οικονομική ανάπτυξη ή η τεχνολογική πρόοδος, αλλά η αποκατάσταση των ανθρώπινων σχέσεων, η επανασύνδεση με την κοινότητα και το φυσικό περιβάλλον.
* Εύη Κοκκίνου – Κελλάρη
Δικηγόρος – Διαμεσολαβήτρια
Msc Διοίκηση Τουρ/κών
Επιχειρήσεων
Απ. Παύλου 40, Κόρινθος
τηλ. 27410 84568
6944964225
email: [email protected],
https:/evikokkinoulaw.gr





