Αυτό που ποτέ δεν κατάλαβα αγαπητές/οι φίλες/οι είναι η λέξη «ξένος» που κατά κόρο χρησιμοποιούν οι ντόπιοι κάτοικοι της αν. Αττικής εδώ και δεκαετίες για τους νεοκάτοικους εποίκους στα πανέμορφα χωριά, σημερινούς δήμους, των περιοχών τους. Αναρωτιέμαι. Οι ντόπιοι δεν πούλησαν οικόπεδα και ολόκληρες εκτάσεις όπου κτίστηκαν σπίτια ή ολόκληροι οικισμοί; Πως λοιπόν λες τον νεοκάτοικο «ξένο» ακόμα και σήμερα που έχουν εγκατασταθεί κάθε λογής εθνικότητες; Αν αποκαλείς «ξένο» τον Έλληνα, πως θ’ αποκαλέσεις τον αλλοδαπό;
Αποτελούσε κι αποτελεί ντροπή από μόνη της η λέξη «ξένος» για ανθρώπους που πλέον κατοικούν μόνιμα στον ίδιο τόπο, στην ίδια γειτονιά, που τα παιδιά τους παίζουν μαζί, πάνε στο ίδιο σχολείο, μαθαίνουν ν’ αγαπούν εξ ίσου τον κοινό τόπο. Αν σκεφτούμε ότι οι «ξένοι» επέλεξαν να ζήσουν στην περιοχή επειδή την αγάπησαν, ενώ οι ντόπιοι απλά έτυχε να γεννηθούν σ’ αυτήν κι ίσως κάποιοι έφυγαν για να βρουν αλλού την τύχη τους, πείτε μου με ακρίβεια ποιος είναι περισσότερο «ξένος» ή περισσότερο ντόπιος;
Απ’ την πλευρά τους οι νεοκάτοικοι που ήρθαν να ζήσουν σε τούτο τον ευλογημένο τόπο, προσπάθησαν άραγε να κατανοήσουν τον πολιτισμό, τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, τα ήθη κι έθιμα των ντόπιων, τις συνήθειές τους, την κουλτούρα τους γενικότερα ή απλά κοίταξαν αφ’ υψηλού τους «χωριάτες», τους «βλάχους», αυτούς που ήρθαν να εξωραΐσουν ως ανώτερη φυλή; Σεβάστηκαν ότι φιλοξενήθηκαν στα πατρογονικά εδάφη τους ποτισμένα με την μακραίωνη ιστορία τους; Θέλησαν να υιοθετήσουν τα καλά παραδοσιακά στοιχεία που βρήκαν ώστε να ενσωματωθούν μαζί τους;
Από προσωπική μου πείρα μπορώ να πω ότι ποτέ δεν ένιωσα ξένη ούτε στη Ραφήνα που κατοικώ μόνιμα τα τελευταία κοντά 40 χρόνια, ούτε στο Πόρτο Ράφτη όπου διατηρώ τις ωραιότερες αναμνήσεις ως νιόπαντρη απ’ έναν υπέροχο Φλεβάρη που έζησα στο εξοχικό του συγχωρεμένου θείου μου στην Αγία Μαρίνα. Την εποχή που δεν υπήρχε ηλεκτρικό κι οι ταβέρνες στο λιμάνι του Πόρτο Ράφτη ήταν ελάχιστες πανέμορφες, παραδοσιακές, με τα απλά τζάκια και τις κεραμιδοσκεπές τους. Εκεί για πρώτη φορά δοκίμασα τα σκολύμπρια, είδος χόρτου, με ολόφρεσκα τηγανιτά ψαράκια και βαρελίσια ρετσίνα απ’ τ’ αμπέλια της περιοχής.
Κι αυτό γιατί μαζί με τον τόπο αγάπησα και τους κατοίκους. Την κουλτούρα και τα έθιμά τους. Έγινα ένα μαζί τους. Αγάπησα τους μικρασιάτες της Ραφήνας, τους Σαρακατσαναίους της Διασταύρωσης, τους αρβανίτες των Μεσογείων. Για μένα δεν υπάρχουν οι λέξεις ντόπιος και ξένος, διαγράψτε τις και σεις. Είμαστε απλά πολίτες των ίδιων περιοχών, των ίδιων χωριών, των ίδιων δήμων.





