ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ που την ζω εδώ και 38 ολόκληρα χρόνια και αν είχα την δύναμη θα την είχα διώξει για πάντα ώστε να μην υπάρχει σε κανέναν Αύγουστο …
23 Αυγούστου και πάλι μια μέρα εφιαλτική, ανακατεύονται όλα μαζί μέσα στο μυαλό και γίνονται ένα……… Έτσι μπερδεμένα σαν ένα κουβαράκι που δεν θα μπορέσω πότε να βρω την άκρη του……… Πίκρα, πόνος, δάκρυα, αναμνήσεις, παιδικά όνειρα, χάδια που δεν τα χόρτασα ποτέ γιατί το χέρι της ζωής ήρθε τόσο σκληρό και απάνθρωπο κομματιάζοντας την παιδική μου ευτυχία ….
Πόσο σκληρά μπορεί να φερθεί η ζωή σε ένα παιδάκι μια σταλιά όπως ήμουνα εγώ στις 23 Αυγούστου το 1980… όταν εκείνο το σούρουπο για εμένα έγινε εφιάλτης….. άκουγα τον θάνατο να πλησιάζει με γοργά βήματα ….συνεχώς πλησίαζε και εγώ πάγωνα, ήμουνα ανήμπορη να τον σταματήσω ….. βούιζε μέσα στο μυαλό μου μια φωνή που έμοιαζε με σειρήνα……
Όλα αυτή τη νύχτα τελειώνουν και τότε πάγωσε ο χρόνος… Το μαύρο άλογο έφτασε με τον καβαλάρη θάνατο…. δεν έδειξε έλεος ούτε για έναν άνθρωπο 47 ετών που προσπαθούσε μέχρι την ύστατη στιγμή να μπλέξει τα δαχτυλάκια του μέσα σε μια κλωστούλα….. Να κρατηθεί απ’ τη ζωή και να μείνει κοντά στην οικογένεια του….
Είδαν όλοι τα δάκρυα του να κυλούν και πριν ξεψυχήσει φώναξε «θέλω να μου το ορκιστείτε όλοι, φεύγω, να μου προσέχετε την μικρή»…. Το μικρό του κοριτσάκι ήμουν εγώ, η αδυναμία του, η χαρά του, η πρωινή δροσοσταλιά ….. η νυχτερινή προσευχή του και το όνειρο του το πιο γλυκό.
«Πατέρα» φώναξα και κοίταξα γύρω μου κλαίγοντας ….. και ουρλιάζοντας είπα: «μη με σταματήσει κανείς σας!» Όρμησα στο δωμάτιο και τον άρπαξα από το χέρι ….. αυτό το χέρι που κάποτε μου έδινε χάδια, αυτό το χέρι που κάποτε κρατούσε σφιχτά το δικό μου και μου μάθαινε τα πρώτα μου γράμματα ……. το χέρι εκείνο που σκούπιζε τα δάκρυα μου όταν έκλαιγα και με σήκωνε ψηλά όταν έπεφτα και χτυπούσα …. Γαντζωνόμουν στους ώμους του με σχισμένα γόνατα και με ματωμένες παλάμες …….. αλλά φώλιαζα για τα καλά μέσα στην αγκαλιά του …… Ήταν για μένα η κρυψώνα μου. εκεί μέσα ένιωθα γίγαντας έπαυα να νιώθω νάνος…. αν απλωνα τα ακροδαχτυλα μου θα άγγιζα τον ουρανό……. επαυε ο πόνος μονομιάς !
Τώρα αυτό το χέρι που κρατούσα, ήταν παγωμένο, άψυχο, λες κι είχε φτιαχτεί από ξύλο…… Τα μάτια κλειστά «μη φύγεις» του φώναξα … και η φωνή μου πνίγηκε μέσα στα χιλιάδες δάκρυα που ευχόμουν να γίνουν σκάλα, να ανέβω ψηλά να κυνηγήσω τον καβαλάρη με το μαύρο άλογο και να του φωνάξω «Εει! σταμάτα που πας; Πώς τολμάς και μου κλέβεις ότι αγαπώ; Πως τολμάς και μου παίρνεις ότι έχω να ζήσω;»…..τότε θα έκανα τη μεγάλη μάχη μαζί του. Θα πάλευα να πάρω πίσω ότι μου ανήκε. Γιατί κλέβοντας την δική του ζωή, έκλεβε και την δική μου που ήταν αλληλένδετα δεμένη μαζί του… Αλλά η μάχη βέβαια ήταν άνιση…. «Πατέρα!» φώναξα «Μπαμπά μην φεύγεις. Θα σε κλείσουν σε κάστρα τ’ ουρανού και δεν θα κρατάς το μικρό μου χέρι και θα παγώνει,….
Εύχομαι να γίνεις αστέρι για να φωτίζεις πάντα την δική μου ζωή…… Να χτίσεις εκεί την τελευταία μου κατοικία μεσ’ στη γλυκύτατη σου αγκαλιά …. Να είσαι γεμάτος από φως, να μη σκοτεινιάσουν οι δρόμοι της ζωής μου για να μπορώ να σε βλέπω….. Μη σβήσεις κι απλωθεί πυκνό σκοτάδι και χάσω τα ίχνη σου και σε γυρεύω μες τους αιώνες των αιώνων ……
Να μείνεις φως. Να γίνεις άγγελος…… Να ξεγελάσεις τη λησμονιά και να της ξεφύγεις,…… κι αν ακόμα διψάσεις μη σταθείς μπροστά στο πηγάδι της λήθης και πιείς νερό, αλλά κράτα στα χέρια σου σφιχτά το μαντηλάκι της αγάπης, όπου βρίσκεται κεντημένο με χρυσή κλωστή το όνομα μου… Προχώρα πατέρα! Προσέχοντας να μη στο κλέψουν και μαραζώσει η καρδούλα μου σαν χάσω τ’ αχνάρια της ψυχής σου…. κι όταν έρθει εκείνη η ωραία στιγμή της συνάντησης μας μπαμπά….. να σου πω ένα μεγάλο μυστικό…….. να στο πω ψιθυριστά … να το νιώσει μόνο η δική σου καρδιά …… θα φύγουμε μαζί για τους αιθέρες χέρι με χέρι όπως τότε που γεννήθηκα. Όπως εκείνη τη μέρα που τα μάτια μου αντίκρυσαν το φως και ξεπρόβαλλες εσύ σαν ήλιος, για ένα ζεστό καλωσόρισμα……..
Η μαμά μου με κρατούσε στην αγκαλιά της κι από πίσω σου τρέχανε τα δύο μου αδέρφια να μου πουν και αυτά το δικό τους «καλωσόρισες»…… φέρνοντας μου το γλυκό τους δώρο, ένα χαμόγελο ζεστό, ακουμπώντας μπροστά μου ένα ζευγάρι παπούτσια κόκκινα, που θα χρειάζονταν βέβαια πολλούς μήνες ακόμα για να τα φορέσω …… Και τότε εσύ τους είπες: «Παιδιά δώστε το δώρο σας στην μπέμπα» κι επειδή τα χρήματα ήταν λιγοστά και θέλανε κι οι δύο να με ευχαριστήσουν ένας τρόπος μόνο υπήρχε να μοιράσουν το δώρο στα δύο… Μου έδωσε ο καθένας τους λοιπόν από ένα παπούτσι ……
Την ημέρα της γέννησης μου η θερμότατη αγκαλιά της μητέρας μου…. το χαμόγελο του πατέρα μου κι η πλούσια καρδιά των αδελφών μου που εκείνη την στιγμή έσφυζε από αγάπη. Μ’ έκαναν να νιώσω το ποιο τυχερό και πλούσιο παιδάκι στον κόσμο, καθώς τα πρώτα μου βήματα θα ήταν σταθερά γιατί θα τα έκανα με τα παπούτσια τον αδελφών μου…
Θα με προστάτευε η αγία αγκαλιά της μητέρας μου και το μονοπάτι της ζωής θα ήταν τόσο ανάλαφρο και τόσο γλυκό από το χαμόγελο του πατέρα μου !
Κοιμήσου τώρα άγγελε μου… ξεκουράσου…..από αύριο πάλι θα με βλέπεις να χαμογελώ …. απλώς σήμερα όπως κάθε χρόνο σφηνώνετε ένα αγκάθι στην καρδιά μου…… μέχρι την στιγμή της συνάντησής μας που θα το αφαιρέσει το δικό σου χέρι…..
Μην με ξεχάσεις σε παρακαλώ να με περιμένεις….. κι όταν με δεις από μακριά να μου ανοίξεις μια αγκαλιά για να τρέξω και να μπω……. όπως τότε που ήμουν παιδί για να πάψω πάλι να νιώθω νάνος και να νιώσω γίγαντας.
Η αγάπη που σου έχω θα μείνει πάντα αναλλοίωτη μέσα στον χρόνο ,δεν θα μπορέσει κανένα «αύριο» να τη σβήσει ….. κανένας θάνατος να τη μηδενίσει….. Αλλά εμείς θα ενωθούμε πάλι και θα γίνουμε ένα, ώστε να φύγουμε ψηλά ελεύθεροι. Πετώντας θα βυθιστούμε στο μεγάλο ωκεανό τ’ ουρανού κι από εκεί που είμασταν μια κόκκος άμμου, θα μεταμορφωθούμε σε δύο σταγόνες που θα ταξιδεύουμε πάντα μαζί μέσα στο άπειρο, τραγουδώντας κι οι δύο μας το γλυκό μας τραγούδι όπως τότε…. θυμάσαι; που μου το ‘λεγες και γελούσα ….. «άλφα και βήτα να κόψω εγώ την πίτα να φάμε και οι δυο, άλφα και βήτα αχ γλυκό παιδί μου πόσο σ’ αγαπώ!»
Φωτεινέ μου Άγγελε κράτα στα χρυσά σου φτερά την αγάπη μου να μηνχαθεί στη λησμονιά.
Τα νήματα από μνήμες τα κρατώ εγώ στη φτωχή καρδούλα μου σαν άγιο φυλαχτό….. μ’ αυτά να πορεύομαι στη στράτα της ζωής τη μεγάλη… να μη με βρει η μαύρη καταχνιά και το πυκνό σκοτάδι!





