Κάθε χρόνο την Μ. Παρασκευή πηγαίναμε οικογενειακώς στην εκκλησία του χωριού μας στη Μανάγουλη. Σύμφωνα με τον πατέρα έπρεπε να τιμήσουμε το χωριό δίνοντας το παρόν κι ας μην ακούγαμε σωστά όλα τα εγκώμια. Οι ψάλτες ήταν προχωρημένης ηλικίας και δεν ακούγαμε τις καταλήξεις κι ο παππάς τα έλεγε από μέσα του. Έτσι μια χρονιά και όντας μεγαλύτερη, αποφασίσαμε με την παρέα μας να παρακολουθήσουμε τα εγκώμια στο λιμάνι της Ναυπάκτου, όπου ακούγαμε για ένα ξεχωριστό υπερθέαμα.
Η κίνηση με τ’ αυτοκίνητα ξεκινούσε πολύ νωρίτερα, καθώς στο κέντρο απαγορευόταν η κυκλοφορία, δείγμα του ότι ο κόσμος ήταν πολυπληθής. Αφού καταφέραμε να παρκάρουμε, κατευθυνθήκαμε προς το λιμάνι με μεγάλη περιέργεια. Από τα μεγάφωνα ακούγονταν τα εγκώμια και οι ψαλμωδίες και για πρώτη φορά καταλάβαινα τα λόγια.
Τη νύχτα φώτιζαν φαναράκια στον ουρανό σαν απαστράπτοντα αστεράκια και στο λιμάνι δάδες ήταν αναμμένες κατά μήκους του κάστρου. Ένας φλεγόμενος σταυρός έτοιμος να βυθιστεί και οι πιστοί να ψέλνουν σα μια μεγάλη χορωδία όλοι μαζί. Μετά το πέρας της πομπής των δύο Επιτάφιων, τα πυροτεχνήματα άρχισαν να φωτίζουν τον ουρανό και επιφωνήματα θαυμασμού γεμίζαν την ατμόσφαιρα.
Μια τέτοια νύχτα, Μ. Παρασκευής, ήταν η πρώτη φορά που αντίκρυσα αυτό το θέαμα, αδύνατον να την ξεχάσω. Η συγκίνηση μου πραγματικά μεγάλη… υποσχέθηκα στον εαυτό μου να ξαναζήσω αυτή την εμπειρία.
Και να που μετά από μερικά χρόνια πήγα με τον άντρα μου και το παιδί μου εκεί. Κι εκείνοι, κοιτάζοντας έναν ουρανό γεμάτο φαναράκια και πυροτεχνήματα, χαμογελούν. Ο μικρός μου γιος κάθε φορά που του αναφέρω το Πάσχα στην Ναύπακτο, μου λέει: ”θα έχει και τα μπουμ-μπουμ στο λιμάνι μαμά;“





