17.9 C
Athens
Πέμπτη, 18 Απριλίου, 2024

ΑρχικήFEATUREDΟ μηχανοδηγός του «Ακρόπολις Εξπρές» και πατέρας της Ζέφης Κόλια σώθηκε «επειδή...

Ο μηχανοδηγός του «Ακρόπολις Εξπρές» και πατέρας της Ζέφης Κόλια σώθηκε «επειδή είχε δει άσχημο όνειρο»

Αναρωτιέμαι μόνο τι απέγιναν οι δυο μηχανοδηγοί- προφανώς σκοτώθηκαν- αλλά άκουσε κανείς για αυτούς; Που κάθε μέρα έπαιζαν το κεφάλι τους; Ας αναπαυθούν κι αυτοί εν ειρήνη.

Επιμέλεια Έφη Αλεβίζου

Στο μέχρι πρόσφατα δεύτερο πιο πολύνεκρο, σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ελλάδα, που συνέβη το 1972, λίγο μετά τη Λάρισα, ο πατέρας και μηχανοδηγός του ιστορικού τρένου «Ακρόπολις Εξπρές», επέζησε για να πει την ιστορία. Σήμερα, η κόρη του, η συγγραφέας Ζέφη Κόλια, την μοιράζεται μαζί μας. Δυστυχώς, από τότε μέχρι σήμερα δεν έχουν αλλάξει πολλά.

To έχω όλο εικόνα. Κάποια γεγονότα δεν ξεκολλάνε ποτέ απ’ το μυαλό, αν και δεν το ξέρεις ώσπου να ξεπεταχτούν σαν σκελετοί απ’  το χρονοντούλαπο. Όπως μου συνέβη  μόλις διάβασα την είδηση της σύγκρουσης στα Τέμπη.

Ήταν Νοέμβρης του 1972.  ‘Ένα τηλέφωνο χτύπησε και κάποιος είπε κάτι στην μαμά μου που έκανε το πρόσωπό της να στραβώσει.  Ήταν ένας συνάδελφος του μπαμπά: «Ελένη, κάτι έγινε με το τρένο του Πέτρου, πάρε στο μηχανοστάσιο να μάθεις».

Ο μπαμπάς ήταν ταξίδι. Στην Θεσσαλονίκη, έλειπε 2-3 μέρες. Την προηγούμενη μέρα την είχε πάρει τηλέφωνο, είχε μεγάλη νεροποντή, τα τρένα είχαν πολλές καθυστερήσεις, αλλά μόλις ξημέρωνε θα έφευγε για Λάρισα να παραλάβει από εκεί το «Ακροπόλις Εξπρές» το καμάρι των νέων ντηζελομηχανών, που ερχόταν από το Μόναχο για Αθήνα.

Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε και – ουφ! Θεούλη μου – ήταν ο μπαμπάς. «Ελένη, μην ανησυχήσεις για ό,τι μάθεις. Εγώ είμαι καλά, έχω το κεφάλι μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου, όλα. Είμαι στο νοσοκομείο της Λάρισας. Μόλις τα καταφέρω θα έρθω. Να μου φιλήσεις τα παιδιά».

Θυμάμαι την μαμά μου να τρέχει σαν τρελή, να βάζει πράγματα σε ένα σάκο και να φεύγει κακήν – κακώς με ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο για το νοσοκομείο της Λάρισας.

Τι είχε συμβεί; Και πόσο καλά ήταν ο μπαμπάς;

Photo: ot.gr

Όχι, ο μπαμπάς μου δεν συνήθιζε να διηγείται αυτή την ιστορία

Παρότι του άρεσε πολύ να διηγείται ιστορίες. Αυτή, όχι. Ούτε κι εμείς τον ρωτούσαμε. Είχαμε δει εικόνες την άλλη μέρα στις εφημερίδες. Είχαμε δει πηχυαίους τίτλους για νεκρούς και τραυματίες μέσα σε φλεγόμενα παλιοσίδερα. Ξέραμε τι είναι αυτό. Παλιότερα, είχε σκοτωθεί ένας φίλος του μπαμπά, που κάναμε παρέα στους σταθμούς με τα παιδιά του. Είχαμε πάει στην κηδεία του, ξέραμε τι είναι να σκοτώνεται ο μπαμπάς σου με το τρένο.

Το δυστύχημα είχε γίνει μεταξύ των σταθμών «Ορφανά» και «Δοξαρά». Ο μπαμπάς μου είχε παραλάβει την αμαξοστοιχία από την Λάρισα. Όμως ήταν ανήσυχος. Τρομερά ανήσυχος. Έβρεχε πολύ, συνεχώς. Την νύχτα, στον ταραγμένο από τα αστραπόβροντα ύπνο του, είχε δει τον πεθαμένο πατέρα του. Του έγνεφε μέσα απ’ τις λάσπες, του φώναζε να φύγει αλλά χωρίς φωνή, μόνο με χειρονομίες.

Δεν ήταν άνθρωπος που πίστευε στα όνειρα, αλλά εκείνη την μέρα τον έζωσαν τα φίδια. Όταν πήδηξε στην μηχανή, γύρισε το κάθισμα και το καβάλησε ανάποδα. Σε όλη την διαδρομή το μάτι του σκανάριζε τις ράγες στον ορίζοντα.

Και όταν το φορτηγό τραίνο με κατεύθυνση την Θεσσαλονίκη φάνηκε στην ίδια γραμμή να έρχεται καταπάνω τους, τράβηξε το φρένο, άνοιξε την πόρτα και πήδηξε έξω, τραβώντας μαζί του τον Κλέαρχο, τον θερμαστή  που σφύριζε μακάρια δίπλα του.

Ύστερα δεν θυμόταν πολλά

Μόνο μυρωδιές από καμένα λάδια και σάρκες. Τον βρήκε ένας βοσκός να τριγυρίζει σαν παλαβός γύρω απ’ την φλεγόμενη μηχανή για να «πάρει τα μήλα που πήγαινε στα παιδιά».  Το είπαν στην μαμά μου στο νοσοκομείο, όλοι το συζητούσαν «του έστριψε του κακομοίρη του Κόλλια».

Όμως είχε σωθεί. Ο Κλέαρχος έσπασε την λεκάνη του και έμεινε ανάπηρος από το τράνταγμα.

Ο ελεγκτής, σκοτώθηκε. Όπως και κάποιοι επιβάτες. Στο εμπορικό, ο Θυμούλιας, ο μηχανοδηγός, ακρωτηριάστηκε. Ο θερμαστής του δεν βγήκε ποτέ από τις λιωμένες λαμαρίνες.

Τα δικαστήρια κράτησαν κάνα δυο χρόνια. Ήταν λάθος μεταξύ των σταθμαρχών των Ορφανών και του Δοξαρά. Τον ένα σταθμάρχη τον ξέραμε, όλοι έλεγαν μεταξύ τους ότι είχαν μαλώσει τελευταία, με το ζόρι μιλούσαν στις βάρδιες. Εκείνη την μέρα μάλωσαν και για τον σταθμό όπου ο κλειδούχος θα έκανε την διασταύρωση των τρένων. Πολλές λεπτομέρειες δεν θυμάμαι, όμως ο ένας εκ των δυο έφαγε τελικά πέντε χρόνια φυλακή. Ο μπαμπάς μου τον λυπήθηκε. Είχε οικογένεια, καταστράφηκε.

Photo: ot.gr

Ο μπαμπάς μου δεν ξαναμπήκε σε τραίνο

Δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να ξαναμπεί. Πήρε σύνταξη, μόλις 42 χρονών. Με πολλά ψυχολογικά προβλήματα, χρόνια τον παρακολουθούσαν οι γιατροί. Κάθε χρόνο, εκείνη την ημέρα, πηγαίναμε οικογενειακώς στην Λάρισα. Οι επιζώντες έχτισαν ένα εκκλησάκι στα Ορφανά, στον τόπο του δυστυχήματος, που το λειτουργούσαν κάθε χρόνο εκείνη την μέρα. Μέναμε πάντα στο σπίτι του Θυμούλια, του μηχανοδηγού στο εμπορικό που είχε χάσει το χέρι του.

Γίναμε φίλοι με τα παιδιά του, αφήσαμε πίσω μας  το δυστύχημα, τρέχαμε στις καφετέριες και τις εξοχές, ακούγαμε δίσκους, οι γονείς μας τραγουδούσαν και έπιναν τσίπουρα, περνούσαμε τέλεια. Πηγαίναμε όμως πάντα με το αυτοκίνητο.

Το καλοκαίρι του 2016, ο μπαμπάς μου πέθανε

Ένα εξάμηνο πριν έπαθε βαρύ εγκεφαλικό που θόλωσε την μνήμη του, κάτι σαν αλτσχάιμερ. Τότε ζήσαμε ξανά το δυστύχημα. Τον κυνηγούσε τις νύχτες, σηκωνόταν αγριεμένος από το κρεβάτι, έσκιζε τις φανέλες του και φώναζε «φωτιά, έρχεται το τρένο, έρχεται!». Δεν μπορούσαμε να τον κάνουμε καλά, το μάτι του γυάλιζε. Ξαναζούσε καρέ- καρέ την σύγκρουση.

Όλες αυτές οι αναμνήσεις ξεχύθηκαν προχθές απ’ το μυαλό μου με έναν τρόπο άγριο, σαν σκοτεινή διαταραχή  που δεν ήξερα ότι έκρυβα τόσα χρόνια στον πυρήνα του μυαλού μου, για ένα γεγονός που είχα απωθήσει, είχα σχεδόν ξεχάσει.

Άλλωστε εγώ συνέχισα να ταξιδεύω με τρένα. Αγαπώ τα τρένα, μεγάλωσα στους σταθμούς, παίζαμε κυνηγητό στις ράγες,  οι φίλοι μου ήταν παιδιά σιδηροδρομικών, ο μπαμπάς μου με έπαιρνε ακόμα και στην μηχανή όταν ήμουν μικρή για «να οδηγήσω» μαζί του. Τελευταίο ταξίδι με τρένο έκανα πριν λίγο καιρό, στις 28 Ιανουαρίου, πήγα σε μια φίλη μου στην Θεσσαλονίκη. Είχα πολλά χρόνια να το κάνω.

Ήμουν στο βαγόνι 3, μετά την καφετέρια

Ξέρω ακριβώς για τι μιλάνε οι εικόνες. Καθώς ταξίδευα, ταξίδευα και στον χρόνο. Οι σταθμοί είχαν μείνει ίδιοι, ολόιδιοι με τους σταθμούς την παιδικής ηλικίας μου. Αλλά και οι ράγες το ίδιο. Πολύ νοσταλγικό, αλλά εξαιρετικά περίεργο. Έχει περάσει μισός αιώνας!

Αν με ρωτάς, ο ανθρώπινος παράγοντας ήταν  η αφορμή για το δυστύχημα του μπαμπά μου το 1972.  Αλλά ήταν 1972.  Και λέω με βεβαιότητα, ότι τότε μπορεί όλα να ήταν χειροκίνητα αλλά υπήρχαν ανθρώπινες δικλείδες ασφαλείας, με πιο πυκνές βάρδιες, πολλούς βοηθούς και ένα σύστημα που με ό,τι διέθεταν οι καιροί, σχεδόν πάντα λειτουργούσε.

Μετά βέβαια από εκείνη την σύγκρουση, μπήκαν τα ραδιοτηλέφωνα για να συνεννοούνται μεταξύ τους σταθμάρχες και μηχανοδηγοί. Ραδιοτηλέφωνα, ρε φίλε. Ακόμα κι αυτά έσωζαν ζωές.

Τώρα, τι;

Δεν είμαι το κατάλληλο άτομο να κρίνω και να εκφράζω απόψεις για πράγματα που δεν γνωρίζω. Θέλω μόνο-αφού μου δόθηκε αυτό το βήμα- να εκφράσω τα βαθιά, μέσα απ’ τα σπλάχνα του μυαλού μου, συλλυπητήρια στις οικογένειες των ανθρώπων που χάθηκαν και να ευχηθώ κουράγιο για τον μακρύ δρόμο της ανάνηψης που περιμένει όλους όσους το έζησαν.

Και να βρουν δικαίωση.

Δεν υπάρχουν λόγια και ήδη είπα πολλά.

Αναρωτιέμαι μόνο τι απέγιναν οι δυο μηχανοδηγοί- προφανώς σκοτώθηκαν- αλλά άκουσε κανείς για αυτούς; Που κάθε μέρα έπαιζαν το κεφάλι τους; Ας αναπαυθούν κι αυτοί εν ειρήνη.

Η συγγραφέας Ζέφη Κόλια στην εγκατάσταση «Ανοιχτή γραμμή» της Άντας Πετρανάκη, της έκθεσης Really Check, στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής.

Σετικά άρθρα
Creative People

Τελευταία Νέα