ΑρχικήFEATUREDRoxanita και άλλες αναμνήσεις μαθητικών χρόνων στον Πειραιά

Roxanita και άλλες αναμνήσεις μαθητικών χρόνων στον Πειραιά

Ηλιόλουστη μέρα του Οκτώβρη και αποφασίζω να πάρω το μετρό για Πειραιά. Για χρόνια πριν, από τα μαθητικά μου χρόνια μέχρι πριν την έλευση του, μετακινούμουν απο το σπίτι μου ως τον Πειραιά με το αστικό λεωφορείο. Εκείνο το μπλέ με...

Ηλιόλουστη μέρα του Οκτώβρη και αποφασίζω να πάρω το μετρό για Πειραιά. Για χρόνια πριν, από τα μαθητικά μου χρόνια μέχρι και πριν την έλευση του μετρό, μετακινούμουν απο το σπίτι μου ως τον Πειραιά με το αστικό λεωφορείο. Εκείνο το μπλέ με τα ξύλινα, άβολα καθίσματα και κάτι χερούλια που κρέμονταν για τους όρθιους επιβάτες και σε κάθε φρενάρισμα του οδηγού νόμιζες ότι θα έπεφταν κάτω. Ευτυχώς αργότερα, αυτά τα λεωφορεία αντικαταστάθηκαν και οι κατασκευαστές τους προέβλεψαν καθίσματα πιο αναπαυτικά, κάνοντας την διαδρομή σαφώς πιο ξεκούραστη. Όχι όμως και πιο γρήγορη, καθώς ο χρόνος για να φτάσεις απο το Χαϊδάρι στον Πειραιά ήταν μια ώρα με την κίνηση στους δρόμους. Τόση ώρα έκανα ως μαθήτρια για να φτάσω στον Πειραιά, στο σχολείο μου, την Ιωνίδειο Σχολή.

Βγαίνοντας από το μετρό, φτάνω στην πλατεία Κοραή. Εκεί δεσπόζουν κανά δυο καφέ που έχουν απλώσει τα τραπεζάκια τους και ήδη κάποιοι ηλικιωμένοι απολαμβάνουν τον πρωινό τους καφέ. Κοιτάζοντας απέναντι, το Δημοτικό θέατρο μου αιχμαλωτίζει το βλέμμα και οι αφίσες για τις καινούριες παραστάσεις που θα ανέβουν, προσπαθούν να γοητεύσουν τους περαστικούς και τους καλούν να κλείσουν το εισιτήριό τους, με την υπόσχεση ότι θα αποζημιωθούν. Για πολλά χρόνια αυτό το στολίδι του Πειραιά, ήταν κλειστό για λόγους ανακαίνισης και το θυμάμαι πάντα καλλυμένο με πανιά, σαν ένα πέπλο μυστηρίου να τυλίγει το κτήριο αυτό. Στο τέλος όμως, άξιζε η αναμονή του.

Εντός της πλατείας, πίσω απο τα καφέ, ένα άλλο κτήριο πολύ οικείο ξεπροβάλλει σαν παλιός καλός φίλος που μου τείνει το χέρι για να τον χαιρετήσω. Πώς μπορώ να το ξεχάσω; Έξι ολόκληρα χρόνια έκανα το ίδιο δρομολόγιο, πέρναγα την ίδια πόρτα, έκανα τις πρώτες εφηβικές φιλίες, έζησα την αγωνία των εξετάσεων. Εξωτερικά φαίνεται ανέπαφο στην φθορά του χρόνου, με την ίδια βαριά, μεταλλική πόρτα για είσοδο, που ανοίγει σε κάποιες μόνο περιστάσεις απο την μεριά της πλατείας. Και τί δε θα έδινα να μπλεκόμουν στο ξανά στο μπουλούκι των μαθητών που στριμώχνεται στην πόρτα για να προλάβει να μπεί πριν χτυπήσει το κουδούνι και να ανέβει στην τάξη του. Κλείνω για λίγο τα μάτια μου και βλέπω οικεία πρόσωπα, συμμαθητές και συμμαθήτριες μου, με τις τσάντες τους να τρέχουν γελώντας, καθηγητές γλώσσας, αρχαίων ελληνικών, μαθηματικών και ξαφνικά με καταβάλλει το άγχος γιατί έχω ξεχάσει τις ασκήσεις της φυσικής.

Συνέρχομαι γρήγορα και ρίχνω μια ματιά στο εμπορικό απέναντι απο το σχολείο. Τα καταστήματα του ισογείου, ένα μαγαζί με γραβάτες και ένα κοσμηματοπωλείο είναι ακόμα εκεί σε πείσμα των καιρών. Άραγε η καφετέρια του πάνω ορόφου, Corretto την έλεγαν, που πολλοί συμμαθητές μου την τιμούσαν δεόντως την πρώτη ώρα, να υπάρχει ακόμα;

Κάνω μια βόλτα στο τετράγωνο, πριν κατηφορήσω την Σωτήρος και νάτο, είναι ακόμα εκεί! Ο δημοτικός κινηματογράφος ΣΙΝΕΑΚ με τα χαρακτηριστικά κόκκινα γράμματα. Εκεί είχα παρακολουθήσει την πρώτη μου ταινία, το «Ελευθερώστε τον Γουίλλι». Τώρα οι αφίσες του φιλοξενούν ταινίες πιο πρόσφατες, για ενήλικες και παιδιά. Δίνω υπόσχεση στον εαυτό μου να ξανακαθίσω σε αυτά τα αμφιθεατρικά καθίσματα παρακολουθώντας μια ταινία και συνεχίζω την βόλτα μου στην αγαπημένη μου Σωτήρος. Πόσο ίδια, αλλά και ταυτόχρονα πόσο διαφορετικά μου φαίνονται όλα. Τα καταστήματα, ως κτήρια είναι στην θέση τους, αλλά τα περισσότερα υπό άλλη διεύθυνση. Τα εμπορεύματά τους διαφορετικά, κάποια από αυτά τα μαγαζιά έχουν κλείσει, κάποια άλλα έχουν μεταφερθεί σε καινούριο χώρο. Μοναχά ένα μικρό ψιλικαντζίδικο που εκθέτει την πραμάτεια του στον πεζόδρομο, λόγω έλλειψης χώρου, είναι όπως ακριβώς το θυμάμαι. Σε αυτό τον δρόμο, κάποτε, όλα τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά και είχε αρκετούς πλανόδιους να πουλούν χειροποίητα κοσμήματα σε πάγκους με εμάς τα κορίτσια να ψωνίζουμε αυτά τα μικρά στολίδια τρώγοντας μια τυρόπιτα λιγότερη την εβδομάδα, μιας και δε μας έφτανε το χαρτζιλίκι. Την Άνοιξη οι νερατζιές, κατά μήκος της Σωτήρος, άνθιζαν και μοσχοβολούσαν, εξαλείφοντας για λίγο την μυρωδιά από το καυσαέριο και προσφέροντας μια ευχάριστη νότα στην ατμόσφαιρα.

Φτάνοντας στην Γρ. Λαμπράκη, στρίβω δεξιά και προχωρώ κατά μήκος. Κι εδώ, η εξέλιξη χέρι-χέρι με την εγκατάλειψη. Μικρά καταστήματα που δεν άντεξαν στο πέρας του χρόνου έδωσαν την θέση τους σε αλυσίδες καταστημάτων. Λίγο πιο δίπλα, ανακαινισμένα, αλλά αναγνωρίσιμα από την γνωστή τους πινακίδα, τα πάλαι ποτέ πρώτα ελληνικά fast-food, το μέρος που δίναμε σταθερά, ραντεβού τις Παρασκευές, μετά το σχολείο για ένα club sandwich ή ένα burger με τις συμμαθήτριες μου. Αυτή ήταν κι η έξοδος μας πάνω-κάτω. Τα αγόρια βέβαια είχαν άλλα στέκια, την Φοντάνα στο Πασαλιμάνι, το αγαπημένο τους μέρος για φραπέ και τάβλι.

Επιστρέφοντας κι ανηφορίζονας προς την Ηρ. Πολυτεχνείου βρίσκεται η πλατεία Τερψιθέας και το εμπορικό κέντρο. Το κέντρο –φάντασμα όπως το λέγαμε παλιά, καθώς δεν είχε μαγαζιά. Προς έκπληξή μου η εικόνα αυτή έχει αλλάξει και μικρά μαγαζάκια βρίσκονται στο ισόγειο, καθώς και ένα μικρό καφέ στην γωνία, δίνοντας λίγη ζωντάνια σε ένα κτήριο που ήταν κάποτε σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Επιστρέφοντας προς την πλατεία Κοραή και στρίβοντας αριστερά στην Δραγάτση με μαγνητίζει η πινακίδα γνωστού στα μαθητικά μου χρόνια φούρνου, η «Roxanita». Φανερά ανακαινισμένη, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά για να εναρμονίζεται με τον αέρα της μοντερνοποίησης. Χωρίς δεύτερη σκέψη μπαίνω να αγοράσω τυρόπιτα, ρωτώντας παράλληλα την υπάλληλο αν είναι η ίδια γεύση που θυμάται ο ουρανίσκος μου εδώ και 30 περίπου χρόνια. Παραδεχόμενη, με χαμόγελο, η υπάλληλος ότι η ποιότητα των τυριών δεν είναι ίδια, συνειδητοποιώ ότι όλα πια έχουν αλλάξει, έχουν πέσει θύματα της αλλαγής, είτε αποτέλεσμα της κρίσης, είτε του εξευγενισμού, που τα θέλει όλα πανομοιότυπα σε χρώματα, σχήματα και γεύσεις. Και στους παράλληλους δρόμους όμως, το αίσθημα της εγκατάλειψης είναι αντιληπτό, καθώς τα περισσότερα καταστήματα φέρουν την ταμπέλα ενοικιάζεται. Εκείνο που στέκει ακόμα εκεί αγέρωχο, είναι το λιμάνι με τα καράβια του, τα περισσότερα γρήγορα και έτοιμα να σε μεταφέρουν σε προορισμούς του Αργοσαρωνικού των Κυκλάδων και των Δωδεκάννησων. Μεμιάς έρχονται στο νού μου οι μονοήμερες εκδρομές του σχολείου μας στο Αγκίστρι και τον Πόρο που τόσο περιμέναμε να πραγματοποιηθούν, κάθε χρόνο, στο τέλος της σχολικής χρονιάς.

Η ώρα έχει περάσει και παίρνω τον δρόμο της επιστροφής προς το μετρό, γεμάτη εικόνες, ανάμεικτα συναισθήματα λύπης και χαράς, αλλά με την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρίσω στα ίδια μέρη που πέρασα 6 μαθητικά χρόνια και τα ένιωθα σα δεύτερη γειτονιά μου. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στο σχολείο μου. Βλέπω ένα κορίτσι, 13 ετών, με την τσάντα στην πλάτη. Κάνει μια στάση στο περίπτερο και κάνει ένα τηλεφώνημα στο σπίτι. «Μαμά είμαι καλά, έφτασα», κι ύστερα χάνεται μέσα απο την σιδερένια πόρτα του σχολείου.

Τελευταία Νέα

Σετικά άρθρα