Λίγο πριν το μεσημέρι. Καθόμαστε σ΄ ένα από τα τραπεζάκια που έχει βγάλει ο καφετζής στο πεζοδρόμιο και διαβάζουμε ο καθένας τη δική του εφημερίδα.
«Ρε, πατριώτη, ξέρεις την οδό Αγαμέμνονος;» Ρωτάει τον Σταύρο ένας ψηλός ξερακιανός άντρας που στέκεται μπροστά μας, στην άκρη του πεζοδρομίου.
«Δεν με χέζεις ρε φίλε…» Ακούω την τραχιά απάντηση του Σταύρου.
Ο άνθρωπος τον κοιτάζει σαστισμένος, ύστερα κουνώντας το κεφάλι του με νόημα φεύγει μονολογώντας. «Α, ρε, τι μας έκανε η κρίση!»
«Ρε Σταύρο…» λέω στο φίλο μου και ρουφάω μια γερή γουλιά καφέ να πνίξω τις λέξεις που μπουκάρουνε το στόμα μου, λέξεις επικριτικές και αυστηρές για την αναπάντεχα αγενή συμπεριφορά του. Τον Σταύρο τον γνωρίζω κάπου τριάντα χρόνια. Στην ίδια γειτονιά, στην ίδια παρέα, στο ίδιο καφενείο. Τέτοια απαξίωση για έναν άγνωστο άνθρωπο που ζήτησε από κείνον μόνο μια πληροφορία, ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα επιδείκνυε. Τι να πω… Κι ωστόσο επιμένω στο αδιανόητο.
«Ρε Σταύρο, γιατί τον πρόγκηξες τον άνθρωπο;»
«Άκου… πατριώτη! Πολύ μου τη σβούριξε». Λέει ψιθυριστά ο φίλος μου καθώς κυλάει το βλέμμα του πάνω απ’ την κίνηση του δρόμου.
«Μα, δεν σε έβρισε, πατριώτη σε είπε».
«Και λίγο είναι να σε πει κανείς πατριώτη; Ξέρεις εσύ Γιάννη, τι θα πει πατριώτης; Το λεξικό λέει, αυτός που αγαπάει την πατρίδα του και το εκφράζει έμπρακτα. Κι εγώ σου λέω, ο κόσμος όλος. Δηλαδή, κι εκείνοι που θαυμάζω κι εκείνοι που σιχαίνομαι. Πατριώτες είναι οι ήρωες ,είναι και οι προδότες. Είναι οι δικτάτορες, οι ιμπεριαλιστές, οι ταγματασφαλίτες, οι φασίστες. Είναι κι οι κομμουνιστές. Είναι οι δίκαιοι κι οι άδικοι. Οι έντιμοι κι οι άτιμοι. Πατριώτης ήταν κι ο Χίτλερ. Πατριώτες είναι και οι απανταχού σωτήρες των λαών, οι παρατρεχάμενοί τους, ακόμη και οι μιντιακοί τους φίλοι».
«Δεν λέω, από την σκοπιά που το βλέπεις…»
«Όχι από την σκοπιά που το βλέπω εγώ. Από την σκοπιά που το βλέπει ο κάθε ¨πατριώτης¨ για το καλό της πατρίδας του όπως το υπαγορεύει το συμφέρον και η ιδεολογία του, η δική του και της κάστας του. Πουλημένα τομάρια οι περισσότεροι, δολοφόνοι των λαών που κολλάνε πάνω τους την ταμπέλα του πατριώτη. Στο διάολο και μακριά από μένα».
«Εντάξει, ρε φίλε, κι ήτανε τώρα να βρίσεις τον άνθρωπο στα καλά καθούμενα;»
Ο Σταύρος κλείνει την εφημερίδα του. Την ακουμπάει στο τραπέζι. Το βλέμμα του μαλακώνει. Το ύφος του απολογητικό.
«Τι να του κάνω που έπεσε πάνω στην στιγμή που διάβαζα για τους πατριώτες της βουλής και μου είχαν ανάψει τα λαμπάκια. Άκου, ρε… Πρώτα μας κανιβαλίσανε, μας ξεπουλήσανε, μας ξεφτιλίσανε, εκφράζοντας τάχα με τον τρόπο αυτό την αγάπη για την πατρίδα τους και τώρα, έχουν ακόμη μούτρα να επιμένουν για τη σωτηρία μας με την παλιά δοκιμασμένη τακτική τους. Πουλημένοι πατριώτες!»
Κατάλαβες; Όταν οι πολιτικοί εκχωρούν στους ξένους το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη χώρα τους, οι πολίτες διαγράφουν από το λεξιλόγιό τους τη λέξη «πατριώτης».
Είναι η φυσική δυσανεξία σε λέξεις παγίδες. Λέξεις που θυμίζουν εφιάλτες και γεννούν τρόμο για το επόμενο βήμα. Τέτοιες λέξεις συχνά εκπίπτουν σε υβριστικές.
Όπως, ας πούμε, θα μπορούσα να πω σε κείνον τον άντρα «πρόσεχε, ρε φίλε, μη βρεις στον δρόμο σου κανέναν πατριώτη και σου φάει το πορτοφόλι». Ή μήπως δεν κολλάει;





