Συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις πάνδημου ενδιαφέροντος ή συμφέροντος να ανασυρθούν από τα μετόπισθεν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι ειδήμονες και να αναλάβουν σημαντικό ρόλο.
Αυτό συνέβη με την πανδημία του κορωνοϊού, όταν οι επιδημιολόγοι και ιολόγοι αποσπάσθηκαν αίφνης από τους δοκιμαστικούς σωλήνες και τις στατιστικές τους για να διασώσουν το έθνος από τον αποδεκατισμό. Εννοείται ότι ο κάθε επιστήμονας δεν είναι πανέτοιμος ψυχικά να αντιμετωπίσει αυτή την αιφνιδιαστική αναβάθμιση του ρόλου του. Μπορεί να εκτραπεί στη μεγαλομανία ή τη δοκησισοφία.
Αλλά και αντίστροφα, με το ίδιο αποτέλεσμα. Η πάνδημη επιτυχία της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή για τον Καποδίστρια σαν να κάλεσε στο προσκήνιο τους κριτικούς κινηματογράφου για να αποδοκιμάσουν το μεγάλο κοινό που δεν έλαβε υπόψιν την κακή βαθμολογία τους για την ταινία. Ίχνος χαράς για μια ταινία που γέμισε τις κινηματογραφικές αίθουσες κι ας μην προορίζεται για τον Χρυσό Λέοντα, ίχνος ικανοποίησης για ένα προϊόν της έβδομης τέχνης που έχει εμπορική επιτυχία. Είναι σαν να κακιώνουμε με την εμπορική επιτυχία των αστυνομικών του Πέτρου Μάρκαρη στο εξωτερικό, επειδή ο συγγραφέας μάλλον δεν προορίζεται για το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Στον αντίποδα των σημερινών πολιτικών
Την ταινία για τον Καποδίστρια πρόσεξαν και οι Ελβετοί, καθώς πριν από λίγες μέρες ολοκληρώθηκαν 250 χρόνια από τη γέννηση του Έλληνα αριστοκράτη και πρώτου κυβερνήτη της ανεξάρτητης Ελλάδας. Να τι διαβάζουμε στην ελβετική εφημερίδα Neue Zürcher Zeitung: «Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή παρουσιάζει τη ζωή του Καποδίστρια σαν βίο αγίου. Δεν σκηνοθετεί τον ήρωα μόνο σαν αντίποδα των πολιτικών του αντιπάλων τότε, αλλά και των πολιτικών στη σημερινή Ελλάδα.
Η ταινία αυτή ωστόσο δεν επιχειρεί να διερευνήσει την τραγική διάσταση που είχε η δράση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα. Παρά το ότι ήταν προικισμένος με ταλέντα, ηθικά υπεράνω πάσης υποψίας, ανιδιοτελής και εμφορούμενος από τις καλύτερες των προθέσεων, απέτυχε λόγω των πολιτικών δεδομένων που είχαν διαμορφωθεί στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία. Οι αρχές του δεν του επέτρεψαν να προσαρμοστεί με ρεαλισμό στα δεδομένα αυτά».
Διαφορετική πολιτική ιδιοσυγκρασία
Οι Ελβετοί οφείλουν χάριτες στον Καποδίστρια επειδή κατ’ εντολήν του τσάρου Αλέξανδρου ανέλαβε το 1813 διπλωματική δράση στην Ελβετία που απειλούνταν με εμφύλιο μετά τους ναπολεοντείους πολέμους και άρα θα καταντούσε εστία κρίσης στο μαλακό υπογάστριο των βορείων αυτοκρατοριών της Ευρώπης. Και ο Καποδίστριας κατάφερε τους Ελβετούς να συνάψουν το καταστατικό της νέας συνομοσπονδίας τους και να διασφαλίσουν λίγο αργότερα στο Συνέδριο της Βιέννης τη ρήτρα ουδετερότητας.
Ο Καποδίστριας όμως ήταν οπαδός της πεφωτισμένης δεσποτείας και πίστευε ότι οι συμπατριώτες του είχαν κατ’ αρχή ανάγκη να καλλιεργηθούν πνευματικά και να αποκτήσουν μια σύγχρονη πολιτική κουλτούρα. Έτσι δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί με τους μουστακαλήδες κοτζαμπάσηδες, τους οποίους θεωρούσε ούτως ή άλλως μάλλον Τούρκους χριστιανικής πίστεως. Εκ των υστέρων μπορεί να πει κανείς ότι η εκλογή του από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας για να αναλάβει τις τύχες της Ελλάδας ήταν επιπόλαιη, στηρίχθηκε στη φήμη του ως διπλωμάτη αλλά δεν λάμβανε υπόψιν την πολιτική του ιδιοσυγκρασία. Και όντως ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να εξοικειωθεί με τα πολιτικά δεδομένα μιας επαρχίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας που μόλις αφυπνιζόταν και τελικά όπως ξέρουμε δολοφονήθηκε από τις σφαίρες των Μαυρομιχαλαίων.
Mε πληροφορίες από dw.com





