Λένε πως και η πιο άνυδρη έρημος κάπου κρύβει μια όαση. Ρόλο όασης έπαιξε ο Νίκος Κωστοβασίλης. Πολυαγαπημένος μου ξάδελφος: «Ρε συ, ξεκινάω διακοπές στο Μάτι. Γλυτώνουμε τον καύσωνα. Έρχεσαι;»
Θα δεχόμουν πολύ λιγότερο ελκυστικές προτάσεις. Έτσι κι αλλιώς, δεσμευμένος για μια διάλεξη στις 24/7 με τον Χάρη Θεοχάρη και τον Νίκο Μαραντζίδη (ήταν η αποκατάσταση της Δημοκρατίας), δεν μπορούσα να φύγω διακοπές. Πριν ξεκινήσουμε μου επέστρεψε σε φάκελο ένα σημαντικό ποσό που του είχα δανείσει, επειδή ήταν η πρώτη μας συνάντηση αφότου πούλησε ένα διαμέρισμα στην Καλαμάτα και επομένως διευκολυνόταν. Άφησα τον φάκελο στο αμάξι μου.
Φτάσαμε σπίτι λίγο μετά τις πέντε. Παρά μια περίεργη συννεφιά, ενδεχομένως οφειλόμενη στη μεταφορά καπνών από την Κινέτα, η ζέστη αφόρητη. Όταν όμως μπήκαμε μέσα στο σπίτι, κλειστό μέρες, μας φάνηκε πως έξω έκανε δροσιά. Η πλάκα της οροφής είχε κυριολεκτικά κάψει. Μήπως θα ήταν καλύτερα στην Αθήνα, αναρωτήθηκα… Ο ξάδελφος όμως πάντα αισιόδοξος. «Ανάβω αιρκοντίσιον, σε πέντε λεπτά θα είναι ανθρώπινα» φώναξε. Για λίγο φάνηκε πως δρόσιζε. Μετά πάλι χάλια.
«Ρε συ λειτουργούν τα κλιματιστικά σου;» ρώτησα σαν να τον ενοχοποιούσα για την απόδοση τους. Δεν λειτουργούσαν. Δεν είχε καν ρεύμα. Ταυτόχρονα οσμή καιόμενου ξύλου ενόχλησε τα ρουθούνια μας και πυκνή κάπνα τα μάτια μας. Βγήκαμε στην βεράντα. Το σπίτι, στο όποιο είχαμε μπει μόλις πριν από είκοσι λεπτά χωρίς καμιά αίσθησή μας να έχει ενοχληθεί, ήταν περικυκλωμένο από φλόγες. Το αυτοκίνητό μου σε ελάχιστα λεπτά είχε ήδη παραδοθεί σ’ αυτές. Ήταν τόσο πυκνός καπνός, που έχασα οπτική επαφή μαζί του. Σύντομα δεν άκουγα ούτε τις κραυγές του.
Η απόσταση μέχρι την Αργυρά Ακτή ελάχιστη. Για να φτάσουμε, όμως, έπρεπε να περάσουμε δίπλα –ή πάνω- από φλεγόμενα αυτοκίνητα, από πανικόβλητους ανθρώπους, να αποφύγουμε αναρίθμητες ιπτάμενες πύρινες μπάλες. Μόλις τελικά είδα το νερό αισθάνθηκα όπως οι Μύριοι του Ξενοφώντα. Μόνο ‘θάλαττα, θάλαττα’ που δεν αναφώνησα. Ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, νόμισα πως είχα σωθεί. Για μια στιγμή το νόμισα. Αμέσως μετά…
Επί τουλάχιστον μια ώρα πύρινες γλώσσες εκτινάσσονταν από την παράκτια ζώνη λόγω ενός άνεμου που κυριολεκτικά λυσσομανούσε και ‘ξύριζαν’ τη θάλασσα. Διαρκώς χώναμε τα κεφάλια μέσα. Το ‘αστείο’ ήταν ότι εγώ και άλλοι, φορούσαμε γυαλιά. Κάποια στιγμή, για να αποφύγουμε το ανυπόφορο πυροθερμικό φορτίο, ανοιχτήκαμε. Το κύμα και η φορά του ανέμου μάς έσπρωχναν προς την Εύβοια. Όταν η ανεμοθύελλα κάπως καταλάγιασε, προσπάθησα να κολυμπήσω πάλι προς την Αργυρά Ακτή. Εν τω μεταξύ άλλες στιγμές ο ουρανός μαύριζε τελείως από τον καπνό και άλλες άνοιγε. Ελάχιστες, σταγόνες βροχής που έπεσαν, έμειναν δυστυχώς χωρίς συνέχεια. Κάποια στιγμή, κοντά πλέον στην ακτή, ένιωσα ένα βράχο. Πάτησα. Λίγο έλειψε να με πιάσει νευρικό γέλιο στη σκέψη πως θα μπορούσε να έχει αχινούς!
Πολύ κοντά μου εντόπισα έναν ανθρώπινο μπόγο, μια μάνα και δύο μικρά παιδιά. Της άπλωσα το χέρι, ήρθε και αυτή στον βράχο. Το ένα παιδί γαντζώθηκε πάνω μου. Το άλλο, μικρότερο, με κατάμαυρα από τον καπνό χαρακτηριστικά, είχε πιάσει από το λαιμό τη μάνα του. ‘Μιχάλη’, μου απάντησε το μεγαλύτερο, το εννιάχρονο, στην ερώτηση πώς το λένε. Γλυκύτατο παιδάκι, εντυπωσιακά ώριμο για την ηλικία του, ψύχραιμο. Δεν έκλαιγε, δεν ούρλιαζε, δεν φώναζε ‘θέλω τον μπαμπά μου’. Μου είπε μόνο: ‘κύριε, ανησυχώ κάπως για τον μπαμπά μου’.
Εκείνη τη στιγμή μού απηύθυνε το λόγο η γυναίκα, παρέχοντάς μου την ευκαιρία να την παρατηρήσω προσεκτικότερα. Τριανταπεντάρα, λεπτή, με πράσινα μάτια. ‘Ο άντρας μου μού είπε να κατέβω με τα παιδιά στη θάλασσα, αυτός έμεινε να καταβρέχει το σπίτι, έχω τρελαθεί’ ψέλλισε.
‘Θεέ μου, για ένα εξοχικό!’ δεν μπόρεσα να μη σχολιάσω και αμέσως συνειδητοποίησα τη γκάφα μου. ‘Δεν είναι εξοχικό, είναι η μόνιμη κατοικία μας’, ψιθύρισε, ενώ τα μάτια της ήταν πια κατακόκκινα. Προσπάθησα να αλλάξω κουβέντα, λέγοντάς της πόσο τυχερή θα έπρεπε να νιώθει που είχε τόσο καταπληκτικά παιδιά.
‘Ο μικρούλης μου, ο Κωνσταντίνος μου, είναι αυτιστικός. Και πώς να του εξηγήσεις την κατάσταση;’, σχολίασε. Τη ρώτησα αν θα ήθελε να καθαρίσω την κατάμαυρη μουρίτσα του. ‘Μακάρι’, απάντησε. Αλλά η αντίδρασή του υπήρξε βίαιη. ‘Μήτε εμένα θα με άφηνε’, σχολίασε η Ιωάννα – μου είχε εν τω μεταξύ πει όνομά της…
Ένα πλοιάριο φάνηκε μακριά. Ένα κύμα διαφορετικό, κύμα ελπίδας, φάνηκε να διαπερνά εκατοντάδες ανθρώπους. Κάτι σαν βουητό αναδύθηκε από την τρικυμισμένη θάλασσα. Το πλοιάριο φάνηκε να λικνίζεται, χωρίς ούτε να πλησιάζει ούτε να απομακρύνεται, σαν το ίδιο –ή ο καπετάνιος του- να αμφιταλαντευόταν. Τελικά, λες και ο καπετάνιος λειτούργησε σαν Ρωμαίος αυτοκράτορας που έστρεψε τον αντίχειρά του προς τα κάτω, έφυγε. Προς Ραφήνα…
Πρέπει να βρισκόμασταν δυόμιση ώρες μέσα στο νερό. Η Ιωάννα έτρεμε περισσότερο από τα παιδιά. Τα δόντια της κτυπούσαν. Ο άνεμος είχε ξαναδυναμώσει. Ο Κωνσταντίνος πρέπει να είχε πια αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της. Ήταν ο μόνος ολοσχερώς αμέριμνος.
‘Να σας τρίψω λίγο τα χείλη;’ τη ρώτησα. ‘Αν δεν σας είναι δύσκολο, έχετε και μας’, απάντησε και μου έστειλε κάτι που πλησίαζε σε έκφραση ευγνωμοσύνης. ‘Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που είμαι ταυτόχρονα σε επαφή με πυρ, γυνή και θάλασσα. Η γυνή και η θάλασσα με βοηθούν να προστατευθώ από την πύρινη λαίλαπα’, σχολίασα. Χαμογέλασε. Με το φεγγάρι να έχει ξεπροβάλει και να φωτίζει το πρόσωπό της, μου φάνηκε σχεδόν οδυνηρά όμορφη…
Πριν το δούμε, το ακούσαμε. Πριν το ακούσουμε το νιώσαμε. Ένα κύμα σαν μικρό βουνό φάνηκε να έρχεται προς το μέρος μας. Σφίγγοντας πια με το αριστερό χέρι τον Μιχαλάκη, κρατήθηκα με το δεξί από το βραχάκι με όση δύναμη μπορούσα. Κι αυτή σφίχτηκε πάνω μου περισσότερο. Το υδάτινο μαστίγιο τη χτύπησε ανελέητα στην πλάτη. Τα κορμιά μας για ένα δευτερόλεπτο πλησίασαν πολύ. Ντράπηκα με την εκτός τόπου και χρόνου σκέψη μου: πρώτη φορά βρέθηκα σε τέτοια σωματική επαφή με όμορφη γυναίκα χωρίς να νιώσω καμία επιθυμία….
Πρέπει να πλησιάζαμε τέσσερις ώρες στο νερό. Πολλές πλέον βάρκες ήταν στο οπτικό μας πεδίο, όσοι είχαν βγει στην ακτή τούς έκαναν σήματα με κινητά και φακούς, ωστόσο αυτές έλουζαν με προβολείς τη θάλασσα, μάλλον αναζητώντας ναυαγούς…
Ο άνεμος καταλάγιασε. Η φωτιά, έχοντας κατακάψει οτιδήποτε καύσιμο κοντά στην ακτή, είχε κάπως πέσει. Η δύναμη του θερμοπυρικού κύματος λιγότερο έντονη. Της πρότεινα να επιχειρήσουμε να βγούμε, εγώ με τον Μιχάλη, αυτή με τον Κωνσταντίνο. Όμως το φεγγάρι, κάνοντας τη μέρα νύχτα, μας αποκάλυπτε σε σχετικά μικρή απόσταση ένα άλλο βραχάκι, το οποίο όμως, τώρα που είχε αρκετά κατακαθίσει η θάλασσα, εξείχε καθαρά από το νερό. ‘Μήπως θα ήταν καλύτερα να πάμε εκεί;’, είπε.
Κατά την εκτίμησή μου ήταν αδύνατον να χωρέσουμε όλοι πάνω του. ‘Θα κολυμπήσω έως έξω, της είπα. Ελπίζω να σε ξαναδώ με καλύτερες συνθήκες. Ελπίζω να ξανασυναντήσεις τον άντρα σου’. Δεν είμαι πια σίγουρος αν είδα ή περισσότερο φαντάστηκα μια τρυφερή έκφραση στο πρόσωπό της. Φίλησα τον Μιχαλάκη. Τον μικρό δεν τόλμησα…
Κατά πρόχειρη στάθμιση στην Αργυρά Ακτή βρίσκονταν καμιά τρακοσαριά άνθρωποι. Κατά πλειοψηφία ψύχραιμοι. Πολλοί μιλούσαν σε κινητά, ένας μεγαλόσωμος, γεμάτος τατουάζ, μπαινόβγαινε στη θάλασσα, μοιράζοντας μπουκάλια νερό σε όσους, φοβισμένοι από τον ενδεχόμενο αναζωπύρωσης, δεν είχαν ακόμη τολμήσει να βγουν. Μια πολύ ηλικιωμένη, ολόγυμνη, με εγκαύματα σε όλο το κορμί της, βρισκόταν συνεχώς μισή στο νερό για να κατευνάζει τους πόνους της. Ορισμένοι φρόντιζαν και δρόσιζαν σκυλάκια, ενώ κάποιοι είχαν φέρει από τα σπίτια τους κλουβί με πουλιά.
Πάντως κανένας απ’ όσους απευθύνθηκα για να ζητήσω ένα κινητό δεν ανταποκρίθηκε. Άλλοι έλεγαν πως δεν λειτουργεί και άλλοι –αυτοί τους οποίους είχα δει να μιλάνε- επικαλούνταν τη μπαταρία. Η παραλία βέβαια ήταν κατάσπαρτη από κινητά και λαπτόπ, τα οποία οι ιδιοκτήτες τους, προφανώς πανικόβλητοι, είχαν αφήσει πριν βουτήξουν. Όποιο κινητό, όμως, και αν δοκίμασα είχε κωδικό πρόσβασης… Τέλος βρήκα ένα που λειτουργούσε. Αργότερα εντόπισα την ιδιοκτήτρια και την επομένη το παρέδωσα στον –γνωστό της- δημοσιογράφο Κώστα Τσαρουχά να της το δώσει.
Τελικά κάποιες βάρκες μας πλησίασαν και μας μετέφεραν σε μια μεγάλη ψαρότρατα με Αιγύπτιους ναυτικούς. Σκάφος του λιμενικού στην Αργυρά Ακτή ούτε εμφανίστηκε, ούτε πλησίασε όσο μπόρεσα να δω. Ούτε άναψε φωτοβολίδα για να διευκολυνθεί ο εντοπισμός όσων πάλευαν βαθιά με τα κύματα.
Κάποια στιγμή πάντως δύο αστυνομικοί έφτασαν με μοτοσυκλέτα, μπήκαν με τα ρούχα στο νερό και βοήθησαν και αυτοί τον κόσμο, πρώτα τους τραυματίες, τα παιδιά, όσους είχαν ιδιαίτερη ανάγκη και τους ηλικιωμένους να επιβιβαστούν.
Η επόμενη μέρα είχε αρχίσει… Έστω και με ένα σπασμένο πλευρό, από την προσπάθεια αργότερα να μπω σε μια βάρκα… Έστω και αν έξι ώρες μετά το ξέσπασμα της φωτιάς στη Ραφήνα δεν είχε ληφθεί μέριμνα να υπάρχει πούλμαν ή λεωφορείο για μεταφορά ανθρώπων ημίγυμνων, ταλαιπωρημένων και χωρίς χρήματα.
Πάντως στον ταξιτζή που με πήγε σπίτι μου ζήτησα να περιμένει δύο λεπτά να του φέρω το κόμιστρο. Όταν ο γιος μου κατέβηκε, αυτός είχε ήδη φύγει…
ΥΓ. Επαναλαμβάνω την έκκληση αν μπορεί κανείς να με πληροφορήσει για την τύχη που είχαν η κυρία Ιωάννα, τα δύο μικρά και ο σύζυγός της. Η (μόνιμη) κατοικία τους πρέπει να είναι –ή, ο μη γένοιτο, να ήταν- πολύ κοντά στην Αργυρά Ακτή. Λογικά κάποιος γείτονας, κάποιος κάτοικος της περιοχής θα ξέρει».





