Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του Μεσοπολέμου, η εμφάνιση του τανγκό στις γειτονιές προκάλεσε μια έκρηξη ηθικού πανικού. Αρχές και Εκκλησία προσπάθησαν με κάθε μέσο να καταστείλουν την ανθρώπινη έκφραση, τον γρήγορο ρυθμό και τη μαγεία αυτού του ξενόφερτου χορού. Δεν το κατάφεραν. Στην Αθήνα, οι αντιδράσεις δεν ήταν τόσο διαφορετικές.
Ο κακόφημος χορός από τις λαϊκές γειτονιές της Αργεντινής
Αν υπάρχει ένας χορός που από την αρχή φορτώθηκε εκατοντάδες προκαταλήψεις, αυτός είναι το τανγκό. Γεννήθηκε ως ένα μείγμα διαφορετικών στυλ και ειδών, με επιρροές από την Ισπανία αλλά και την Αφρική. Αναπτύχθηκε κυρίως στις λαϊκές γειτονιές του Μπούενος Άιρες, ήταν ο χορός των φτωχών. Η αστική τάξη τον σνόμπαρε μετά μανίας. Έφτασαν ακόμη να συνδέουν τον χορό με τους οίκους ανοχής.
Έγινε έτσι ανήθικος, απαγορευμένος. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα παρ’ όλα αυτά, κατέκτησε την Αργεντινή και σύντομα θα κατακτούσε τον κόσμο. Ταξίδεψε μέχρι το Παρίσι και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και ενώ οι αστοί της Αργεντινής το μισούσαν, οι Ευρωπαίοι ομόσταυλοί τους το λάτρεψαν και το έφεραν στα σαλόνια τους.
Το ίδιο και οι αριστοκράτες. Η δεκαετία 1910-1920 χαρακτηρίζεται ως η περίοδος της μανίας του τανγκό. Ο χορός περιλαμβάνεται πλέον σε επίσημες λίστες εκδηλώσεων, δημιουργούνται σχολές που τον διδάσκουν και γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας αρκετών ανθρώπων. Στο Παρίσι, το τανγκό κάπως «εξευγενίστηκε». Η έντονη σεξουαλικότητά του περιορίστηκε για να μπορέσει να επιβιώσει στα αυστηρά πλαίσια της εποχής. Αυτό όμως δεν περιόρισε τις αντιδράσεις, ιδιαίτερα της εκκλησιαστικής πλευράς που καταδίκασε τον χορό ως «λάγνο» και «ηθικά επικίνδυνο».
Τανγκό ερωτικό, το τανγκό της Αθήνας
Το τανγκό έφτασε στην Αθήνα περίπου την ίδια περίοδο με το Παρίσι. Κι ενώ ως χορός είχε χάσει τα πιο…έντονα στοιχεία του, η όλη κινησιολογία προκαλούσε τους προστάτες της ηθικής. Συχνά, αναφέρονταν με ειρωνικό τρόπο στη στενή σωματική επαφή των δύο παρτενέρ ως «συσσωμάτωση» ή «κόλλημα». Από ορισμένους, ο χορός θεωρήθηκε ένας από τους βασικούς λόγους κλονισμού των οικογενειακών αξιών!
Υπήρξαν αρκετοί δημόσιοι επικριτές. Ένας από αυτούς ήταν ο Γρηγόριος Ξενόπουλος που περιέγραφε τον χορό ως μια τάση αχαλίνωτης ελευθερίας που οδηγεί σε πολλά δεινά όπως η ασέβεια και η γυμνότητα. Οι πρώτοι περιορισμοί άρχισαν να εμφανίζονται τη δεκαετία του ’20. Το 1926 άρχισαν να κλείνουν σχολές χορού για λόγους προστασίας της δημόσιας ηθικής. Η παράδοση μαθημάτων χορού επιτρεπόταν πλέον στις νέες κοπέλες μόνο υπό την παρουσία της μητέρας τους.
Παρά αυτές τις αντιδράσεις και τον υπερβάλλοντα ζήλο των συντηρητικών κύκλων, το τανγκό κατάφερε να επιβιώσει, έστω και στην εξευγενισμένη του μορφή. Ο ερωτισμός περιορίστηκε αλλά δεν χάθηκε. Καταλυτικό ρόλο στην ένταξη του τανγκό στην ελληνική μουσική παράδοση έπαιξε ο Αττίκ. Κατάφερε να το μετατρέψει σε μια εμπειρία ακρόασης και συλλογικού τραγουδιού αποσυνδέοντάς το από τη χορευτική πίστα. Μπολιάστηκε με την καθημερινότητα των Αθηναίων και συνόδευσε τις πιο απλές αλλά και τις πιο εορταστικές τους στιγμές.





