Κείμενο: Ναυσικά Διαμαντοπούλου
Υπήρξε μία σπάνια μουσική ιδιοφυΐα που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στην ιστορία της ελληνικής, αλλά και της παγκόσμιας μουσικής. Ο τρόπος με τον οποίο γεννιούνταν οι μελωδίες στο μυαλό του εξακολουθεί να προκαλεί θαυμασμό, καθώς πίσω από ορισμένα από τα πιο αγαπημένα και διαχρονικά τραγούδια του κρύβονται ιστορίες που μοιάζουν σχεδόν απίστευτες.
Αυτός ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις.
Ο μεγάλος δημιουργός είχε ένα χάρισμα, μπορούσε να γράψει μουσική παντού, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που συνέθετε μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ακόμη και κάτω από ασφυκτική πίεση, μουσικά αριστουργήματα που έμελλε να αγαπηθούν από ολόκληρες γενιές. Μια τέτοια ιστορία από τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι συνδέεται με τη δημιουργία ενός από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του. Μια μελωδία που γεννήθηκε κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες και κατέκτησε τη δική της ξεχωριστή θέση στην ελληνική μουσική ιστορία.
Η «επεισοδιακή» δημιουργία ενός διαχρονικού αριστουργήματος
Ήταν το 1959, όταν στις κινηματογραφικές αίθουσες έκανε πρεμιέρα η ταινία «Το Νησί των Γενναίων», σε σκηνοθεσία του Ντίμη Δαδήρα. Σε αυτή ακούστηκε για πρώτη φορά το τραγούδι «Μην τον ρωτάς τον ουρανό» σε στίχους Γιάννη Ιωαννίδη και Παναγιώτη Κοντίνη με τη φωνή της αξέχαστης Τζένης Καρέζη.
Αυτό που λίγοι γνωρίζουν είναι το πώς γράφτηκε αυτό το κομμάτι. Στο βιβλίο του «Η Τζένη όπως τη γνώρισα» ο Ζάχος Χατζηφωτίου περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο που γεννήθηκε το τραγούδι.
«Η Τζένη Καρέζη αποφάσισε μέσα στο καλοκαίρι να γυρίσει μία ταινία που της πρότειναν (…) Η ταινία λεγόταν «Το νησί των γενναίων» και είχε πολλά γυρίσματα στην Κρήτη, όπου η Τζένη πετιόταν τις Δευτέρες με το αεροπλάνο και γύριζε την Τρίτη.
Της είπα λοιπόν – ευγενώς- ότι θα την πήγαινα εγώ στο αεροδρόμιο, αφού θα πηγαίναμε πρώτα στον Χατζιδάκι και μετά θα πήγαινα εγώ στον Πειραιά και στη δουλειά μου. Ξυπνήσαμε, λοιπόν, πρωί και στις οκτώ, φύγαμε από το σπίτι και πήγαμε στη Βασιλέως Κωνσταντίνου, όπου έμενε ο Χατζιδάκις. Ώσπου να παρκάρω στη γωνία, η Τζένη είχε κατέβει και χτύπαγε το κουδούνι στην εξώπορτα της πολυκατοικίας. Η Τζένη ήταν ήδη εκνευρισμένη και χτύπαγε για τρίτη φορά το κουδούνι μετά μανίας. “Να δεις που κοιμάται ακόμα και δεν ακούει και θα χάσω το αεροπλάνο”».
Συνεχίζοντας την διήγησή του, ο Ζάχος Χατζηφωτίου, περιγράφει τη στιγμή που τελικά κάποιος ένοικος ανοίγει την πόρτα και τρέχουν προς το διαμέρισμα του Χατζιδάκι. Ακουγεται το γνωστό – όπως λέει σύρσιμο της παντόφλας κι ένα “έρχομαι” μέσα από το διαμέρισμα. Ο Χατζιδάκις εμφανίστηκε αγουροξυπνημένος, με ένα τσιγάρο στο στόμα και μία έκφραση έκπληξης: «Τι γυρεύετε πρωί πρωί και χτυπάτε έτσι την πόρτα;», ήταν η ατάκα του.
«Μάνο την κασέτα, θα χάσω το αεροπλάνο», τού είπε η Καρέζη. «Ποια κασέτα χρυσό μου πρωί πρωί», απάντησε ο Χατζιδάκις. Εξηγώντας του τι ακριβώς εννοούσε, έξαλλη και μέσα στο άγχος, εκείνος την καθησύχασε, ότι θα της τη δώσει.
Αυτό που η Καρέζη δεν ήξερε, όμως, ήταν ότι το «θα σου τη δώσω» σήμαινε «θα σου τη γράψω τώρα».
Μέχρι η ηθοποιός να ετοιμάσει έναν καφέ, ο Χατζιδάκις κάθεται στο πιάνο, γράφει κάποιες νότες σε ένα τσαλακωμένο χαρτί νότες και από την άλλη διαβάζει κάποιους στίχους που του είχε δώσει πριν από κάποιο καιρό η Καρέζη. Μέσα σε αυτό το δεκάλεπτο γράφει ένα αριστούργημα, πατά το μαγνητόφωνο και ηχογραφεί το κομμάτι παίζοντάς το από την αρχή ολοκληρωμένο. Η Καρέζη ξέχασε τον θυμό της, ξέχασε τα πάντα, όλη αυτήν την περιπέτεια. «Άντε στο καλό και να το μάθεις μέσα στο αεροπλάνο», της είπε ο Μάνος Χατζιδάκις.
«Η Τζένη πήρε την κασέτα, αλλά άρπαξε και το μαγνητοφωνάκι, για να το παίζει μέσα στο αεροπλάνο. Τον φίλησε και του είπε χαμογελώντας: “Πάρε άλλο, ώσπου να σ’ το φέρω πίσω…” και φύγαμε τρέχοντας για το αεροδρόμιο. Αυτός ήταν ο Χατζιδάκις με το πληθωρικό ταλέντο», εγραψε ο Χατζηφωτίου. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών με τη φωνή της Μαίρης Λω, η οποία έκανε την πρώτη εκτέλεση. Ωστόσο η ερμηνεία της Τζένης Καρέζη παρέμεινε εμβληματική στην ιστορία του σινεμά και της μουσικής.





