Στις μέρες μας, θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα κάθε ατόμου να γνωρίζει την ακριβή κατάσταση της υγείας του. Ωστόσο, η πρακτική της ειλικρινούς ενημέρωσης των καρκινοπαθών αποτελεί μια σχετικά πρόσφατη κατάκτηση της ιατρικής ηθικής. Παρότι οι δημοσκοπήσεις έδειχναν διαχρονικά ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων επιθυμεί να γνωρίζει την αλήθεια, οι γιατροί για πολλές δεκαετίες επέλεγαν συστηματικά τη σιωπή, θεωρώντας ότι η αποκάλυψη μιας τέτοιας ασθένειας θα προκαλούσε ανεπανόρθωτο ψυχολογικό κλονισμό.
Η τακτική της «καλοπροαίρετης εξαπάτησης»
Η τακτική της απόκρυψης ήταν βαθιά ριζωμένη στον πρώτο Κώδικα Δεοντολογίας του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου, ο οποίος συμβούλευε τους θεράποντες ιατρούς να αποφεύγουν τις… ζοφερές προβλέψεις. Η διάγνωση μοιραζόταν συνήθως μόνο με τους συγγενείς ή φίλους, ενώ στον ίδιο τον ασθενή αποκαλυπτόταν μόνο αν ήταν απολύτως αναγκαίο.
Ο κώδικας ανέφερε: «Η ζωή ενός ασθενούς μπορεί να μικρύνει όχι μόνο από τις πράξεις, αλλά και από τα λόγια ή τη συμπεριφορά ενός γιατρού. Επομένως, αποτελεί ιερό καθήκον η αποφυγή όλων εκείνων που έχουν την τάση να αποθαρρύνουν τον ασθενή και να κάμπτουν το ηθικό του».
Έρευνα του 1953 σε 444 γιατρούς έδειξε πως μόλις το 3% ενημέρωνε πάντα τον ασθενή, ενώ το 69% δεν το έκανε σχεδόν ποτέ, φοβούμενο μια «ανεπιθύμητη συναισθηματική αντίδραση». Ένας γιατρός ανέφερε τότε: «Είμαι κατηγορηματικά αντίθετος στο να μαθαίνει ο ασθενής ότι έχει καρκίνο. Για όλους τους ανθρώπους, έξυπνους ή μη, η λέξη καρκίνος σημαίνει θανατική καταδίκη και ακόμη κι αν συναντήσεις κάποιον που επιμένει να μάθει τα χειρότερα, η ψυχολογία του θα επηρεαστεί ανεπανόρθωτα».
Οι επιπλέον λόγοι που οι γιατροί… σιωπούσαν και η ώρα της μεγάλης αλλαγής
Πέρα από την πρόθεση προστασίας του ασθενούς, υπήρχαν και πιο πρακτικοί λόγοι για τη στάση των γιατρών. Παρατηρήσεις σε νοσοκομεία τη δεκαετία του 1960 έδειξαν ότι πολλοί γιατροί δεν γνώριζαν αρκετά καλά τους ασθενείς για να κρίνουν την αντοχή τους, δυσκολεύονταν να διαχειριστούν οι ίδιοι τη συναισθηματική φόρτιση της αποκάλυψης ή απλώς ήθελαν να αποφύγουν τις εντάσεις και τις σκηνές στα νοσοκομειακά τμήματα. Η μεγάλη αλλαγή ξεκίνησε τις δεκαετίες του 1960 και 1970, επηρεασμένη από ευρύτερες κοινωνικές ανατροπές και ιατρικά σκάνδαλα, όπως η διαβόητη έρευνα για τη σύφιλη στο Τασκίγκι.
Όπως σημειώνεται σε σχετική μελέτη: «Μακροχρόνιες κοινωνικές νόρμες ανατρέπονταν σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης γιατρού-ασθενούς. Λόγω ευρέως δημοσιοποιημένων αμφισβητήσεων, υπήρξε μια νέα απαίτηση για προστασία από το ιατρικό καθεστώς». Παράλληλα, η εξέλιξη των θεραπειών επέτρεψε στους γιατρούς να ανακοινώνουν τη νόσο χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα άμεση θανατική καταδίκη.
Η μεταστροφή υπήρξε θεαματική όταν η έρευνα του Σικάγου επαναλήφθηκε το 1979, πάνω από το 90% των γιατρών δήλωσε ότι προτιμά να αποκαλύπτει τη διάγνωση του καρκίνου. Σήμερα, η σχέση γιατρού και ασθενούς έχει μετατραπεί σε ισότιμη συνεργασία. Ωστόσο, η διαχείριση της πρόγνωσης παραμένει ευαίσθητο ζήτημα. Έρευνα του 2008 σε 729 γιατρούς έδειξε ότι, αν και το 98% ενημερώνει τους ασθενείς τελικού σταδίου για την κατάστασή τους, το 48% επιλέγει να δώσει συγκεκριμένο προσδόκιμο επιβίωσης μόνο εάν το ζητήσει ρητά ο ίδιος ο ασθενής.





