ΑρχικήΑΡΘΡΑΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΣΤΟ ΠΙΚΕΡΜΙ ΜΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ!

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΣΤΟ ΠΙΚΕΡΜΙ ΜΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ!

Μεσημεράκι Δευτέρας βρέθηκα να περπατώ σε ελαιώνα στο Πικέρμι! Κοίταξα ψηλά τον ουρανό, ήθελα κάτι να δω μα γκρίζα σύννεφα τον κρύβανε θαρρείς επιμελώς! Βρήκα ένα πεζουλάκι πέτρινο, κάθισα, έκλεισα τα μάτια, πήρα βαθιές εισπνοές, χαλάρωσα και άκουγα τους θορύβους της φύσης!

Κοίταξα μέσα μου αρκετή ώρα, ψηλάφισα το χαμόγελό μου και ψιθύρισα ..είμαι ευτυχισμένη, είμαι καλά, τα έχω όλα, τα έζησα όλα, τα χόρτασα όλα! ……

Απέναντι, πάνω στα ξερόκλαδα πεταμένη μια πλαστική κούκλα παλιάς εποχής, με ένα πόδι, ένα χέρι και μαλλιά κουτσουρεμένα, μπλεγμένα, τζιβιασμένα!

– Ωωωωω γλυκό μου, ποιος σε πέταξε εδώ στις ερημιές; Δε μίλησε!

Πήρα το φουλάρι μου το τύλιξα στο σακατεμένο κορμάκι της και την έβαλα να καθίσει απέναντί μου!

– Έχασες τον δρόμο σου; Έχεις παιδιά; Ποιος σε κατάντησε έτσι ψυχή μου; Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους! Θέλεις να μιλήσουμε; Με κοίταξε καχύποπτα ….θέλεις μια καραμελίτσα;……

– Ποια είσαι εσύ; Γιατί με έδεσες μ’ αυτό το πανί που βρομοκοπά κολόνια;

– Με λένε Ανθούλα και είπα να περπατήσω λίγο, μου λείπουνε ξέρεις οι αγροί της Μυτιλήνης, εσύ ποια είσαι;

Με ξανακοίταξε και μου ζήτησε τσιγάρο …..εεεε δε καπνίζω, πάρε την καραμελίτσα, είναι βουτύρου θα σ’ αρέσει…

– Είμαι 87 ετών και σε λίγο θα πεθάνω τελείως! Ξέρεις έχω να μιλήσω πολλά χρόνια, μας ακούει κανείς; είπε και με το ένα χέρι διόρθωσε την τούφα που της έκλεινε το ένα μάτι …. Θα στα πω όλα το ‘χω ανάγκη να τα πω όλα καταλαβαίνεις;

– Καταλαβαίνω, γλυκιά μου!

– Δε θέλω γλυκανάλατες αγάπες, θα μ’ ακούς, δε θα μιλάς, δε θα ρωτάς, κλείσε τα μάτια και σταμάτα να με κοιτάς μ’ αυτό το βλέμμα το γεμάτο απορία…Εγώ δεν ήμουν καλή μάννα , δεν ήμουν σωστή, τρυφερή, υπομονετική, δυνατή, δυναμική, ένα μάτσο χάλια ήμουνα και ένα μάτσο χάλια έγινα…

– Δηλαδή;

– Δε θα ρωτάς, μόνο θα ακούς. Είχα μια κόρη κάποτε, όμορφη ήσυχη, μα δεν την πίστεψα σε όσα μου ‘λεγε και έκανε. Ο πατέρας της έφυγε με μια Ρουμάνα, δεν τον ξανάδαμε. Ερωτεύτηκα έναν τύπο, τον έφερα στο σπίτι, η Φώφη ήτανε γύρω στα 12. Ένα βράδυ που έφυγε το αμόρε μου, πήγα στο δωμάτιό της .

– Γιατί κλαις; την ρώτησα

– Διώξτον, διώξτον σου λέω, είναι κτήνος, είναι , είναι …

Από μικρό μου το ‘λεγε και μου ‘σπαγε τα νεύρα. Να φύγεις εσύ της φώναζα, λοξή ε λοξή , ζηλεύεις τσιροκοπούσα υστερικά.

– Μαμμάαααα! αυτή η λέξη με κυνηγά, με ξεκουφαίνει, με τρελαίνει καταλαβαίνεις;

Πάγωσα, δεν ήξερα τι να πω…

– Κατάθλιψη έπαθες ποτέ; Ε εγώ έπαθα και τά ‘βλεπα όλα μαύρα. Νόμιζα ότι αυτός ο άντρας με γέμιζε στην μοναξιά μου. Ένα βράδυ άκουσα κλάμα και πάλι, άνοιξα την πόρτα, τον είδα, την είδα … και τότε την πίστεψα, ήτανε 16…. Αρρώστησα, έπεσα στα πατώματα, τον έδιωξα. Η Φώφη δίπλα μου, μ’ αγκάλιαζε, μου μίλαγε, με τάιζε, με καθάριζε, καταλαβαίνεις; Δεν την χάιδεψα ποτέ, δεν της έκανα γενέθλια ποτέ, δεν την πίστεψα ποτέ, δεν την κανάκεψα ποτέ …. Ντρεπόμουνα σου λέω, μπορείς να μου πεις γιατί δεν αγκάλιασα ποτέ την κόρη μου;

– Γιατί; ψέλλισα, δεν την αγαπούσες;

– Τι είναι η αγάπη;

– Η δική σου μητέρα; ξανά ψέλλισα…

– Ε … τι η δική μου μητέρα;

– Σ’ αγαπούσε; την ρώτησα ξέπνοα..

– Με γέννησε στα 16 της, δούλευε στα χωράφια, με έδενε στο παράθυρο και πήγαινε στ’ αλώνι! Μου έβαζε δυο φέτες ψωμί με ζάχαρη και γύρναγε νύχτα, έπινε, έβριζε μα δε με χτύπαγε, την αδερφή μου την χτύπαγε όμως, γιατί είχε από νωρίς αγαπητικό … Καταλαβαίνεις;

– Όχι δεν καταλαβαίνω…

– Τι να σου πω και σένα, σα μαμμόθρεφτο είσαι… Δε μπορεί, με βλέπεις πως είμαι, τελειώνω σου λέω, πόσο θα ζήσω ακόμη; έχω πληγές…Πιάσε εδώ, πιάσε κι δω κι δώ ψηλά στο μέρος της καρδιάς, το νοιώθεις το κάπαλο; όλο το ξύνω και ματώνει τ’ άτιμο, κοντεύει να μου φύγει όλο το αίμα…

Πήγα να την αγκαλιάσω, μ’ έσπρωξε, δε μπορώ τις αηδίες…

– Θέλεις να κάνω κάτι; ρώτησα

– Αν έχεις γκόμενο και έχεις και κόρη, να την πιστεύεις, αυτό θέλω…

– Έχω γιούς

– Αν έχεις φίλη που έχει γκόμενο να της πεις να πιστεύει την κόρη της, αυτό θέλω… Και τώρα ξεζάλα με θέλω να κουρνιάσω, φύγε …

– Είσαι σκληρή της είπα, είσαι άκαρδη, είσαι απαίσια, με κοίταξε αδιάφορα ….

– Και λοιπόν; είμαι απ’ όλα, φύγε τώρα με τσάτισες …

– Γιατί; επειδή σου είπα την αλήθεια;

– Ποια αλήθεια; ξέρεις εσύ από αλήθειες;

– Ξέρω!

Ο ουρανός καθάρισε, τι ψάχνεις εκεί πάνω; Εδώ κάτω να κοιτάς, εδώ που είναι οι άνθρωποι…Μα ….άσε με να σ’ αγκαλιάσω, το ‘χεις ανάγκη και δε το ξέρεις …

– Θέλω να μ’ αγκαλιάσει η κόρη μου μόνο…

– Που είναι; θέλεις να σου την φέρω;

– Μη τολμήσεις …αν θέλει θα με βρει … θα με μυρίσει … θα με νοιώσει … μα δε θα ‘ρθει και ξέρεις γιατί; Γιατί βρήκε αληθινή αγάπη και την ακολούθησε … εγώ όμως θέλω να τελειώσω στην αγκαλιά της …

– Είσαι εγωίστρια …

– Είμαι! Δρόμο τώρα….. Πάρτο κι αυτό που βρωμοκοπά κολόνια…

– Όχι … κράτησέ το έρχεται χειμώνας … θα χρειαστείς λίγη ζεστασιά …

Απομακρύνθηκα

– Έεεεεε Ανθούλααα … σ’ ευχαριστώ βρε … είχα ανάγκη να μιλήσω … ξέρεις ν’ ακούς … γεια κι αν δεις ποτέ την κόρη μου … να της πεις πως … με είδες με όμορφα ρούχα και …χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της , να της πεις ότι την αγαπώ πολύ … και μου λείπει….


Τελευταία Νέα

Σετικά άρθρα