ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΒΑΛΟΣ
Στα χρόνια που η επταετής δικτατορία των συνταγματαρχών έπνιγε κάθε ανεξάρτητη φωνή στην Ελλάδα, χιλιάδες οικογένειες γύριζαν κάθε απόγευμα κρυφά το κουμπί ενός ραδιοφώνου στα βραχέα κύματα αναζητώντας ειδήσεις που η χουντική λογοκρισία δεν επέτρεπε να ακουστούν. Στην άλλη άκρη εκείνου του σήματος βρισκόταν η Κολωνία και μια χούφτα Ελλήνων δημοσιογράφων που είχαν αποφασίσει να παραμείνουν ενεργοί και να μη σιωπάσουν απέναντι στη χούντα.
Η ιστορία του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle ξεκινά στις 13 Απριλίου 1964, όταν ο γερμανικός κρατικός σταθμός άρχισε να εκπέμπει στα ελληνικά από την Κολωνία μέσω βραχέων κυμάτων. Στα πρώτα του χρόνια το πρόγραμμα ήταν σχετικά ουδέτερο απέναντι στην ελληνική εσωτερική πολιτική, μια στάση που διατηρήθηκε ακόμη και μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών τον Απρίλιο του 1967.
Η μεγάλη στροφή σημειώθηκε το 1969, όταν ο τότε νέος επικεφαλής του σταθμού, Βάλτερ Στάιγκνερ, μαζί με μια μικρή ομάδα αφοσιωμένων Ελλήνων δημοσιογράφων, αποφάσισε ότι το ήπιο μέχρι τότε πρόγραμμα έπρεπε να ασκήσει ανοιχτή κριτική στο δικτατορικό καθεστώς της Αθήνας. Την πρωτοβουλία αυτή πήρε ο τότε νεαρός δημοσιογράφος Κώστας Νικολάου, που είχε φτάσει στην Κολωνία από το Μόναχο μαζί με τη σύζυγό του Νίκη, η οποία έγινε αργότερα εκφωνήτρια του σταθμού. Γύρω από τον Νικολάου συσπειρώθηκε σύντομα όλη η συντακτική ομάδα, παρά τις όποιες διαφορές στον τρόπο άσκησης της ραδιοφωνικής αντίστασης.
Μία από τις ελάχιστες ανεξάρτητες πηγές ενημέρωσης
Από τότε και μέχρι την πτώση της δικτατορίας το 1974 η ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle έγινε μία από τις ελάχιστες ανεξάρτητες πηγές ενημέρωσης για εκατομμύρια Έλληνες. Εσωτερικές εκθέσεις του σταθμού εκείνης της περιόδου κάνουν λόγο για περίπου τρία εκατομμύρια ακροατές στην Ελλάδα, αριθμός εντυπωσιακός για ένα πρόγραμμα που η ακρόασή του ήταν επίσημα απαγορευμένη από το καθεστώς.
Οι Έλληνες άκουγαν κρυφά κάθε απόγευμα τις εκπομπές από τα βραχέα, μαθαίνοντας για τη δράση της αντίστασης στο εξωτερικό, αλλά και για συλλήψεις και βασανιστήρια που η λογοκρισία της χούντας απέκρυπτε. Μέσα από ένα εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριών, η ελληνική σύνταξη συγκέντρωνε και μετέδιδε ειδήσεις που κανένα άλλο Μέσο Ενημέρωσης δεν τολμούσε να δημοσιεύσει, μεταδίδοντας παράλληλα και έργα μουσικών που είχαν απαγορευθεί από το καθεστώς, όπως του Μίκη Θεοδωράκη και του Διονύση Σαββόπουλου. Η ισορροπία δεν ήταν καθόλου εύκολη, καθώς η διεύθυνση του σταθμού δεχόταν συχνά πιέσεις να αμβλύνει τον τόνο της κριτικής απέναντι σε μια, τυπικά τουλάχιστον, συμμαχική κυβέρνηση της (τότε Δυτικής) Γερμανίας.
Πηγή: “https://www.iefimerida.gr”





