Στις πιο σκοτεινές καμπές της ιστορίας, το τίμημα της ήττας μπορεί να οδηγήσει ακόμα και μέλη βασιλικών οίκων στο εκτελεστικό απόσπασμα, μια μοίρα που άγγιξε τον πρίγκιπα Ανδρέα το 1922, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τη θανατική ποινή για την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και τη μικρασιατική καταστροφή.
Η Ελλάδα μετρούσε τις πληγές της από το μεγαλύτερο εθνικό δράμα του αιώνα και το λαϊκό αίσθημα απαίτησε εξιλαστήρια θύματα για την κατάρρευση του μετώπου. Ο διοικητής του Β Σώματος Στρατού βρέθηκε αντιμέτωπος με την οργή της κοινής γνώμης, όχι απλώς ως μέλος της δυναστείας, αλλά ως ένας ανώτατος αξιωματικός του οποίου οι αποφάσεις στον Σαγγάριο αμφισβητήθηκαν ανοιχτά από την ίδια την στρατιωτική ηγεσία.
Το χρονικό της στρατιωτικής ρήξης στον Σαγγάριο
Τον Αύγουστο του 1921, κατά τη διάρκεια της κοπιαστικής προέλασης προς την Άγκυρα, ο πρίγκιπας Ανδρέας βρέθηκε αντιμέτωπος με μια οριακή πραγματικότητα πεδίου. Οι δυνάμεις του ήταν εξαντλημένες, χωρίς επαρκή εφοδιασμό και αντιμέτωπες με οργανωμένες τουρκικές αντεπιθέσεις.
Όταν ο Αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας διέταξε μια άμεση επιθετική κίνηση, ο Ανδρέας έκρινε την εντολή επιχειρησιακά ανεφάρμοστη και πρότεινε μια διαφορετική κίνηση ελιγμού. Αυτή η πρωτοβουλία ερμηνεύτηκε από την ηγεσία ως απειθαρχία εν μέσω μάχης. Ο Παπούλας τον αφαίρεσε αμέσως από τη διοίκηση, ανοίγοντας τον δρόμο για τις μετέπειτα ποινικές διώξεις.
Η δίκη στην Παλαιά Βουλή και η σκιά της εκτέλεσης
Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Σεπτεμβρίου του 1922 και την εγκαθίδρυση της Επαναστατικής Επιτροπής υπό τους Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά, η χώρα μετατράπηκε σε ένα απέραντο δικαστήριο απόδοσης ευθυνών.
Ο Ανδρέας συνελήφθη στην Κέρκυρα και μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου παραπέμφθηκε στο Έκτακτο Στρατοδικείο που συνεδρίαζε στην Παλαιά Βουλή. Το κλίμα ήταν ήδη βαρύτατο μετά την εκτέλεση των έξι πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών.
Η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας μέσω της ανυπακοής και της εγκατάλειψης θέσης άφηνε ελάχιστα περιθώρια αισιοδοξίας για την υπεράσπιση. Το δικαστήριο, λειτουργώντας υπό την πίεση ενός εξαγριωμένου πλήθους, κατέληξε σε καταδικαστική απόφαση. Η αρχική πρόθεση προέβλεπε την επιβολή της θανατικής ποινής, ακολουθώντας την τύχη των υπόλοιπων κατηγορουμένων.
Η διπλωματική καταιγίδα και η ανατροπή της τελευταίας στιγμής
Η μετατροπή της ποινής σε ισόβια υπερορία και καθαίρεση ήρθε ύστερα από μια άνευ προηγουμένου διπλωματική κινητοποίηση των ξένων δυνάμεων. Ο Βρετανός βασιλιάς Γεώργιος Ε απέστειλε κατεπείγουσες εντολές και ειδικούς απεσταλμένους στην Αθήνα, απειλώντας με οριστική ρήξη των διπλωματικών σχέσεων αν εκτελούνταν μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας, αφού ο Ανδρέας συνδεόταν στενά με τον οίκο του Ουίνδσορ.
Το δραματικό τηλεγράφημα του Βενιζέλου από τη Λωζάνη
Την ίδια ώρα, στην Ελβετία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδινε τη δική του μάχη για το μέλλον του ελληνικού κράτους. Πληροφορούμενος τις προθέσεις της Επαναστατικής Επιτροπής για την τύχη του Ανδρέα, συνέταξε ένα επείγον τηλεγράφημα προς την Αθήνα με ξεκάθαρο μήνυμα.
Ο Κρητικός πολιτικός υπογράμμισε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι μια ενδεχόμενη εκτέλεση μέλους της βασιλικής οικογένειας θα τίναζε στον αέρα τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις. Η Ελλάδα, απομονωμένη και τραυματισμένη, δεν είχε την πολυτέλεια να χάσει την υποστήριξη των συμμάχων της σε μια στιγμή που κρινόταν η οριοθέτηση των νέων της συνόρων.
Η μυστική συνάντηση στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία
Το παρασκήνιο της σωτηρίας κορυφώθηκε στην καρδιά της Αθήνας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ο ειδικός απεσταλμένος του βρετανικού θρόνου, Πλοίαρχος Τζέραλντ Τάλμποτ, πραγματοποίησε μια κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον αρχηγό της Επανάστασης, Νικόλαο Πλαστήρα, στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία.
Οι συζητήσεις διεξήχθησαν σε αυστηρό τόνο, με τον Βρετανό αξιωματικό να μεταφέρει τις προσωπικές εντολές του βασιλιά Γεωργίου Ε. Η προειδοποίηση ήταν σαφής: τυχόν εκτέλεση του πρίγκιπα θα επέφερε άμεσες συνέπειες, καθώς οι βρετανικές ναυτικές δυνάμεις στη Μεσόγειο ήταν έτοιμες να απομονώσουν πλήρως το ελληνικό καθεστώς.
Η σωτήρια «ντρίμπλα» του Θεόδωρου Πάγκαλου
Πίσω από τη διατύπωση περί «τελείας απειρίας περί τη διοίκηση ανωτέρων μονάδων» κρυβόταν ένας εξαιρετικά επιδέξιος τακτικισμός της στρατιωτικής ηγεσίας. Ο Πρόεδρος του Στρατοδικείου, Θεόδωρος Πάγκαλος, αντιλαμβανόταν πλήρως την εκρηκτική ισορροπία της στιγμής.
Από τη μία πλευρά όφειλε να ικανοποιήσει το περί δικαίου αίσθημα ενός λαού που αναζητούσε ευθύνες για την τραγωδία, και από την άλλη έπρεπε να αποτρέψει την ολοκληρωτική ρήξη με τη Βρετανία. Η επινόηση αυτής της συγκεκριμένης δικαιολογίας επέτρεψε στο δικαστήριο να εκδώσει καταδικαστική ετυμηγορία, αφαιρώντας όμως το βάρος της εσχάτης προδοσίας που συνεπαγόταν υποχρεωτικά την εκτέλεση.
Η δραπέτευση και το κασόνι με τα φρούτα
Η αποχώρηση από την Ελλάδα έπρεπε να γίνει αθόρυβα και άμεσα για να αποτραπεί οποιαδήποτε λαϊκή αντίδραση. Αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης, ο Ανδρέας οδηγήθηκε υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας στο Φάληρο.
Εκεί τον περίμενε το βρετανικό πολεμικό πλοίο HMS Calypso, έτοιμο να τον φυγαδεύσει μαζί με τη σύζυγό του, πριγκίπισσα Αλίκη, και τα παιδιά τους. Ανάμεσα στους επιβάτες ήταν και ο μόλις ενός έτους πρίγκιπας Φίλιππος, ο οποίος μεταφέρθηκε στο πλοίο μέσα σε μια αυτοσχέδια κούνια κατασκευασμένη από ένα ξύλινο κασόνι φρούτων. Το πλοίο απέπλευσε με κατεύθυνση την Ιταλία και στη συνέχεια τη Γαλλία, κλείνοντας οριστικά αυτό το κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας και αφήνοντας πίσω του τα ερείπια μιας αυτοκρατορικής φιλοδοξίας που κατέρρευσε στα πεδία της Μικράς Ασίας.
Η συναισθηματική φυγόνκεντρος στο κατάστρωμα του HMS Calypso
Η στιγμή της επιβίβασης στο πολεμικό πλοίο αποτύπωσε με τον πιο γλαφυρό τρόπο την πτώση μιας δυναστείας. Η πριγκίπισσα Αλίκη, κρατώντας στην αγκαλιά της τα παιδιά της, ανέβηκε τη σκάλα του σκάφους υπό τη στενή επιτήρηση των βρετανικών δυνάμεων.
Οι ναύτες του πολεμικού, βλέποντας το βρέφος της οικογένειας, διαμόρφωσαν μια πρόχειρη κούνια χρησιμοποιώντας ένα ξύλινο κασόνι από πορτοκάλια, επενδύοντάς το με κουβέρτες για να απορροφά τους κραδασμούς του ταξιδιού. Αυτή η εικόνα του μικρού πρίγκιπα Φιλίππου μέσα στο κουτί των φρούτων σφράγισε την αρχή μιας μακράς περιπλάνησης στην ευρωπαϊκή εξορία.
Το σιωπηλό τέλος στη Γαλλική Ριβιέρα
Μετά την αποβίβαση στις ευρωπαϊκές ακτές, η ζωή του Ανδρέα πέρασε σε μια φάση οριστικής περιθωριοποίησης. Έκπτωτος, στερημένος από τους τίτλους και τους πόρους του παρελθόντος, εγκαταστάθηκε στη νότια Γαλλία και αργότερα στο Μόντε Κάρλο. Αποκομμένος από τις εξελίξεις στην Ελλάδα και σταδιακά αποξενωμένος από την οικογένειά του, έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του μακριά από τα κέντρα των αποφάσεων. Ο θάνατός του το 1944, λίγο πριν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, έκλεισε αθόρυβα τον κύκλο ενός ανθρώπου που βρέθηκε στη δίνη των δραματικότερων στιγμών της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Η επιστροφή στην αττική γη και η ταφή στο Τατόι
Λόγω των πολεμικών συνθηκών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενταφιάστηκε αρχικά στο Ρωσικό Ορθόδοξο Νεκροταφείο της Νίκαιας. Δύο χρόνια αργότερα, το 1946, όταν η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα εξομαλύνθηκε, η σορός του επαναπατρίστηκε με το ελληνικό πολεμικό πλοίο Πανθήρ. Ο πρίγκιπας Ανδρέας οδηγήθηκε στην τελευταία του κατοικία στο Βασιλικό Κοιμητήριο στο Τατόι, δίπλα στους προγόνους του, κλείνοντας οριστικά τον κύκλο μιας πολυτάραχης ζωής που συνδέθηκε ανεξίτηλα με τις πιο δραματικές καμπές του ελληνικού εικοστού αιώνα.





