Απέναντι απ’ το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Θέκλης, στο Σταυρό, ήταν ένα στεγασμένο μαρμαράδικο. Τίποτε άλλο. Στην οροφή του «κραύγαζε» όλη τη νύχτα το φως μιας ρεκλάμας του Παπαστράτου. Και πιο πίσω, ως τα ψηλά του ορίζοντα, στα παιδικά μάτια έδειχνε θεόρατο το δασωμένο βουνό τ’ Αστεριού. Παίρνεις τη στροφή δεξιά, μπροστά σου ο νοτιάς και τραβάς στα Μεσόγεια. Ξεκινάει να τρέχει μαζί σου, σαν ένα ατέρμονο ολοπράσινο φρύδι, ο Υμηττός.
Αρχαίος και νέος. Αιχμάλωτος και ελεύθερος. Βυζαντινός, λαϊκός, βαριά πέτρινος, από τα πάντοτές του θεοτικός. Μέρα θολή. Λένε θα βρέξει. Το δείχνει η «κατσούλα» στη ράχη. Ξέραν οι παλιοί πως τα μαζεμένα σύννεφα στην κορφή του Υμηττού ήταν σημάδι ερχόμενης νεροποντής. Μύριζε γερά το χόρτο. Πεύκο, σκίνο, βελανίδι στα ψηλότερα. Πού και πού ξεφύτρωνε το σταχτί του βράχου.
Ένας στενός απότομος χωματόδρομος, ρέμα το χειμώνα, ανέβαινε στο ξακουστό μοναστήρι του Αγιογιάννη του Κυνηγού. Το λειτουργούσαν, το νοιάζονταν οι Λιοπεσιώτες. Στα 1831 έκανε εκεί ηγούμενος ο Παπα-Αναστάσης Χούντας, από το σόϊ του λιοπεσιώτη Γιώργα Χούντα. Πάμε δυομιση-τρείς αιώνες πίσω…
Πιο νοτινά ελαφρώνει το ύψος. Αρχίζει η «κιάφα». Το διάσελο ανάμεσα στο Αστέρι και στο «Μέγα Υμηττό». Ανατολικά ξαπλώνει το τσιφλίκι της Κάντζας. Πάνω στο Βουνό χώνεται η σπηλιά του Λιονταριού γιομάτη θρύλους. Το βουνίσιο τόπο, στην ανηφόρα για το «Μέγα Υμηττό», το λένε «κακό μελίσσι». Φώλιαζαν φοβερά σμάρια αγριομελισσών.
Πέφτεις στο πρώτο ρέμα. Τα νερά του σ’ οδηγούνε στην πεδιάδα της Παλαιοπαναγιάς. Δεύτερο ρέμα, τρίτο ρέμα. Στα ριζά η Μισκοπή. Το παλιό ναΐδριο της Αγιατριάδας, που κάποτε ήταν το καθολικό του μοναστηριού της Επισκοπής. Πιο χαμηλά ο νεότερος Αγι’αντρέας. Αρχίζουν τα πρώτα σπίτια του Λιοπεσιού, η κατόπιν Παιανία.
Τώρα το ήρεμο βουνό γίνεται τραχύ. Βράχος και ξανά βράχος. Τη μονοτονία του βάρους της ασβεστολιθικής πέτρας, του μάρμαρου και του σχιστόλιθου, κόβει το βότανο και το λουλούδι.
Να, το κίτρινο κρινάκι. Το κυκλάμινο. Οι κρόκοι. Το αγκιναράκι. Να, οι βολβοί, σαν τη «μπόσκα» της Πρωτοχρονιάς, που οι Αθηνιοί τη λέγανε «κεμμύδα». Το τσάι του βουνού, το φασκόμηλο, η ρίγανη, το λουμίνι, ο ασφόδελος, η αφάνα. Να, οι σπάνιες ορχιδέες, τα φιλίκια αλλά και η κουμαριά, το πουρνάρι, η χαρουπιά, η αγριελιά, η μυρτιά με τις κοκκινόμαυρες ρόγες, που σπάνε στο χέρι. Σπιρτόζο καρμίνι και πορφύρα. Μυρουδιές και μυρουδιές από τα αρωματικά και τα μελιγόνα, όπως το άφταστο θυμάρι. Εξακόσια είδη και βάλε, έχουν μετρημένα.
Προχωρούμε στα πράσινα και στα χρωματιστά. Στην πλαγιά «κουτούκι» κρέμεται ως τα έγκατα του βουνού το φημισμένο σπήλαιο-βάραθρο. Μια ορχήστρα για το κοντσέρτο της φυσικής γλυπτικής. Σταλαγμοσταλακτίτες από σουβλερή φαντασία και υγρό όραμα.
Πάνω, στον καταπέλτη του ήλιου το χερσαίο πλάσμα και το πουλί ραπίζει την ορεινή αμεριμνησία. Ο σπίνος, η πετροπέρδικα, ο τσικλοκότσυφας, η φάσα, κι ο αετογέρακας, που βάζει τα περιστέρια στη φρίκη. Είναι κι η αλεπού κι ο λαγός και το κουνάβι κι η νυφίτσα και οι αρουραίοι και τα δίχως τέλος ιερά ερπετά.
Χαμηλότερα, λοφίσκοι και υψώματα μοιάζουν ανθοκάλυκες του βουνού. Η «Βουή», η «Βενίστα» με τους κέδρους, το «Μπρέκθι», το «Σκέμθι», η «Μπουρμπουτσάνα»… Όσο πηγαίνεις προς το νοτιά, το δάσος πυκνώνει. Το τελευταίο ρέμα του βουνού – δυο που συγκλίνουν ροές – βγάζει τα νερά του στο μεσογείτικο κάμπο, στις «Λιούτσες».
Χαμηλά, στο αρχαίο υδραγωγείο της «Χαλλιδούς» ήταν το «ωδείο των πουλιών» του Υμηττού. Καρδερίνες, Λούγαρα, Σκαρθάκια, Κοκκινολέμηδες, πού και πού Γαλιάντρες και Σουσουράδες και Συκοφάδες, αλλά και αηδονάκια που ‘διναν στη νύχτα τρίλια μάγεμα. Μπροστά, το βαθύ ολόδασο φαράγγι δείχνει το «Σέσι», πάει να πει στ’ αρβανίτικα «στο πλάτωμα». Κατεβαίνεις τη δυτική πλαγιά, που τελειώνει ο «Μέγας Υμηττός». Είναι το ξέφωτο της διαφυγής των τουρκοσκλαβωμένων.
Αντάρα και τρόμος στα πεδινά. Ο Χασεκής, ο Κιουταχής κι ο ντόπιος Μπεσικένης… Απλώνεται ένα πλατύ χωράφι. Στη μέση, το παλιό πηγάδι. Και δώθε η ερειπωμένη εκκλησιά του «Σιν Πάλη».
Λίγο ψηλότερα ήταν το γερμανικό, αντιαεροπορικό πολυβολείο της Κατοχής. Απέναντι, ο λόφος του «Παλιο-κίτσι». Ο λόφος του Προφήτ’ Ηλία με τα αρχαία ιερά, γερμένα πλάι, του Όμβριου Δία και του Προόψιου Απόλλωνα, η Ντούκα και το Μαυροβούνι – ο «Ελάττονας», ο «Άνυδρος» Υμηττός.
Στρέφεις ανατολικά. Ο Υμηττός σου δωρίζει τη θέα του αρχαίου Σφηττού. Το Φιλιάτι και ο μεταβυζαντινός Κουρσαλάς. Ο κατάγραφος Αγιοδημήτρης και η Χριστουγέννηση. Κι ακόμα πιο κάτω, η γαλήνη του Κορωπιού με τα μποστάνια, μετ’ αλώνια, με τα νερά, με την εκκλησιά-ζωγραφιά του μαστρο-Γιώργη του Μάρκου από το Άργος.
Τώρα το Βουνό πονάει. Μια η φωτιά, μια το σιδερένιο κοπάδι στην κορφή… Οι κεραίες του πολιτισμού. Πονάει το βουνό. Ένα άγιο ζώο στην αρένα του αιώνα, με τά βέλη στη ράχη…
(Από το ανέκδοτο οδοιπορικό του Ευάγγελου Ανδρέου «Ο ιδρώτας της γης»)



