Στέλιος Παπαγρηγορίου – CNN Greece
Το 1960 η Βρετανία βρέθηκε στο επίκεντρο ενός πολιτισμικού «σεισμού», όταν το μυθιστόρημα του Ντ. Χ. Λόρενς «Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» βρέθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης με την κατηγορία της «χυδαιότητας». Η υπόθεση έμελλε να αποτελέσει σημείο καμπής για την ελευθερία της έκφρασης και να αναδείξει το χάσμα ανάμεσα στο συντηρητικό κατεστημένο και μια κοινωνία που άρχιζε να αλλάζει.
Το έργο, γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του 1920, είχε απαγορευτεί σε πολλές χώρες λόγω των τολμηρών σκηνών του, της απεικόνισης της γυναικείας επιθυμίας και της σχέσης ανάμεσα σε μια αριστοκράτισσα και έναν εργάτη. Η Penguin Books αποφάσισε να εκδώσει την πλήρη, αλογόκριτη εκδοχή του, δοκιμάζοντας τα όρια του νέου Νόμου περί Άσεμνων Δημοσιευμάτων (1959), ο οποίος επέτρεπε την κυκλοφορία ενός βιβλίου εφόσον διέθετε «λογοτεχνική αξία».
Η δίκη, που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1960, συγκέντρωσε τεράστια δημοσιότητα. Στο πλευρό της υπεράσπισης στάθηκαν συγγραφείς, ακαδημαϊκοί και δημόσια πρόσωπα, με πιο καθοριστική τη μαρτυρία του Ρίτσαρντ Χόγκαρτ, ο οποίος χαρακτήρισε το βιβλίο «ουσιαστικά ηθικό». Αντίθετα, η κατηγορούσα αρχή επέμεινε ότι το κείμενο ήταν καθαρή πορνογραφία.
Μετά από έξι ημέρες ακροαματικής διαδικασίας, οι ένορκοι χρειάστηκαν μόλις τρεις ώρες για να κρίνουν την Penguin αθώα. Η απόφαση χαιρετίστηκε ως νίκη της λογοτεχνίας και της ελευθερίας του λόγου.
Όπως έγραψε αργότερα ο ποιητής Φίλιπ Λάρκιν στο ποίημά του Annus Mirabilis, η άρση της απαγόρευσης του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι θεωρήθηκε η απαρχή μιας δεκαετίας πολιτισμικής επανάστασης στη Βρετανία – λίγο πριν την έλευση των Beatles και την έκρηξη των ’60s.





