Σύμφωνα με πληροφορίες του protothema.gr, καθοριστικό ρόλο στην έρευνα έπαιξε το κινητό τηλέφωνο της άτυχης γυναίκας το οποίο, μετά τη δολοφονία της, άρχισε να το χρησιμοποιεί ο 26χρονος. Ακολούθησε έρευνα κατά την οποία οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι το πρωί της Τετάρτης το τηλέφωνο απενεργοποιήθηκε, ενώ βρισκόταν ακόμη σε χρήση, ενώ το τελευταίο στίγμα που εξέπεμψε εντοπίστηκε στην Αράχωβα.
Από εκεί και πέρα, μέσω της ανάλυσης βιντεοληπτικού υλικού, οι ερευνητές χαρτογράφησαν τις κινήσεις του χρήστη του κινητού και κατέληξαν σε έναν χώρο σαν κοινόβιο στην Κυψέλη, όπου διέμεναν γυναίκες με έντονα θρησκευτικά αισθήματα. Εκεί εντοπίστηκε μια γυναίκα, επίσης Βρετανίδα, που διατηρούσε σχέση με τον 26χρονο κατηγορούμενο. Όταν εξετάστηκε από τους αστυνομικούς, φέρεται αρχικά να υποστήριξε ότι βρισκόταν μαζί με τον σύντροφο της στην Αράχωβα. Ωστόσο, όπως προέκυψε από την έρευνα, ο κατηγορούμενος είχε ήδη αντιληφθεί ότι οι αστυνομικές Αρχές τον αναζητούσαν.
Στη συνέχεια η γυναίκα ανέφερε στους ερευνητές ότι ο 26χρονος της εκμυστηρεύτηκε ότι εκείνος σκότωσε τη Βρετανίδα, επειδή το θύμα της μιλούσε συνεχώς για τον χριστιανισμό και προσπαθούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, να την επηρεάσει θρησκευτικά. Μετά την αποκάλυψη αυτή, ο 26χρονος εξαφανίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα, ωστόσο εντοπίστηκε από τις Αρχές.
Μετά τη σύλληψή του, ο κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ότι μπήκε στο διαμέρισμα και βρήκε τη Βρετανίδα νεκρή. Τότε, όπως είπε, πανικοβλήθηκε και αποφάσισε να ξεφορτωθεί τη σορό βάζοντας τη στη βαλίτσα για να μην εμπλακεί στην υπόθεση. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι αφαίρεσε την τραπεζική της κάρτα και προχώρησε σε αναλήψεις χρημάτων. Όσον αφορά στον ιατροδικαστή που χειρίζεται την υπόθεση, εκτίμησε ότι από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας και την εικόνα της σορού διαφαίνεται εγκληματική ενέργεια με πιθανότερη αιτία θανάτου την ασφυξία, ενώ αναμένονται και τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων.
Το ταξίδι από το Εδιμβούργο
Το διαβιβαστικό της ΕΛΑΣ αποτυπώνει αναλυτικά τη διαδρομή των γεγονότων. Η Βρετανίδα είχε φτάσει στην Ελλάδα στις 29 Ιουνίου από το Εδιμβούργο, έχοντας πολυετή εθελοντική δράση σε εκκλησίες και ανθρωπιστικές οργανώσεις σε διάφορες χώρες. Περιγράφεται ως ήρεμος, δοτικός και μη συγκρουσιακός άνθρωπος.
Από τις 2 Ιουλίου διέμενε σε ισόγειο διαμέρισμα στα Εξάρχεια, στην οδό Ρεθύμνου, τα κλειδιά του οποίου διέθεταν επίσης ο κατηγορούμενος και η σύντροφος του. Η τελευταία επιβεβαιώνει ότι λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Ιουλίου ξύπνησε και διαπίστωσε πως ο σύζυγός της απουσίαζε. Μέσω της κοινής λειτουργίας εντοπισμού τοποθεσίας είδε ότι βρισκόταν στο συγκεκριμένο διαμέρισμα.
Η τελευταία βέβαιη ένδειξη ζωής της Βρετανίδας καταγράφεται στις 21:41 της 15ης Ιουλίου, όταν επικοινώνησε τηλεφωνικά με πρόσωπο του στενού της περιβάλλοντος. Στη συνέχεια, φίλοι και συγγενείς παρατήρησαν ότι τα μηνύματα που λάμβαναν από το κινητό της είχαν διαφορετικό ύφος και γλωσσικές ιδιαιτερότητες, ενώ η ίδια εμφανιζόταν ξαφνικά απομονωμένη.
Για τους ερευνητές, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν το συμπέρασμα ότι το κινητό χρησιμοποιούνταν πλέον από άλλο πρόσωπο, προκειμένου να δημιουργηθεί η ψευδής εικόνα ότι η γυναίκα ήταν ακόμη ζωντανή. Στις 19 Ιουλίου το κινητό του θύματος ενεργοποιήθηκε στην Αράχωβα, όπου, σύμφωνα με την ανάλυση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και του βιντεοληπτικού υλικού, βρισκόταν και ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο και το παιδί τους. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη στάση της συζύγου του 26χρονου. Όπως κατέθεσε, όταν στις 30 Ιουλίου ανακοινώθηκε επίσημα η ταυτοποίηση της νεκρής γυναίκας, άρχισε να υποψιάζεται την εμπλοκή του συζύγου της.





