Από μικρό κοριτσάκι έμαθα να σ΄ αποχαιρετώ αδερφέ μου και να περιμένω πότε θ’ ανταμώναμε ξανά. Μαθήτρια δημοτικού, σ’ αποχαιρέτησα για πρώτη φορά όταν μπάρκαρες νεαρός ναυτικός για καπετάνιος.
Έκτοτε άπειροι ήταν οι αποχαιρετισμοί, με μένα να μένω πίσω και να γράφω γράμματα, άπειρες κι οι φορές που ανταμώναμε ξανά πνιγμένοι στις αγκαλιές και τα καλωσορίσματα.
Τούτη τη φορά όμως ο αποχαιρετισμός δεν έχει εισιτήριο επιστροφής, οι αράδες που γράφω θα μείνουν χωρίς αποδέκτη κι η αντάμωση μας, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, θα γίνει σ’ άλλη διάσταση. Τούτος είναι ο στερνός αποχαιρετισμός μας αδερφέ μου.
Δεν ξέρω πως είναι ο τόπος που πήγες, δεν ξέρω αν οι γονείς μας σε υποδέχτηκαν εκεί, δεν ξέρω καν όταν φύγω κι εγώ απ’ αυτή τη ζωή, αν θα σμίξω μαζί σας.
Ξέρω όμως ότι αναπαύτηκες εν ειρήνη, ξέρω ότι η ψυχή σου εκεί ψηλά θα γαληνέψει, ξέρω ακόμα ότι η αύρα σου θα με συντροφεύει αντάμα με την αύρα των γονέων μας.
Σίγουρα ξέρω ότι εγώ… μένω εδώ… μόνη, χωρίς τους γεννήτορες και τον μονάκριβο αδελφό μου… ενώ εσύ ίσως τους βρήκες εκεί κι είστε πλέον μαζί κι οι τρεις… Δώσε τους την αγάπη μου αν τους βρήκες…
Αντίο αδελφέ μου… ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει… καλό Παράδεισο να βρεις… Καλή αντάμωση…





