ΑρχικήΑΡΘΡΑΓΕΡΝΑΩ…ΚΑΘΡΕΠΤΗ!

ΓΕΡΝΑΩ…ΚΑΘΡΕΠΤΗ!

ΖΗΣΕ! Τώρα μιλάω εγώ… Αυτή η άλλη που βλέπεις στον καθρέφτη σου… αυτή που είμαι ΕΣΥ!  

–          Επ, σ’ έπιασα αφηρημένη, σκεπτική, μελαγχολική…συμβαίνει κάτι; Μμμμ σιωπή…

–          Ρωτάω, συμβαίνει κάτι;

–          Άσε με, τι το παράδοξο βλέπεις;

–          Μπαρδόν;

–          ΚΟΝΤΕΎΩ ΤΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ!

–          Αααααα αυτό κι αν είναι παράδοξο… για πες λοιπόν, για πες!

–          Μίλα μου γλυκά, τρυφερά, κράτα το χέρι μου και θα σου πω  τα πάντα……

–          Τι σου ‘ρθε ξαφνικά, νταντέματα θέλεις;

–          Ναι τα θέλω, τα θέλω, μου λείψανε χρόνια τώρα… και θαρρώ πως αρχίζω να κατηφορίζω κι αυτό με τρομάζει, με τραυματίζει, με κάνει να αναρωτηθώ… προσωπική ευτυχία όλα αυτά τα χρόνια είχα;

–          Είχες; Έλα, έλα, κάθισε εδώ, απέναντι στον χρυσό σου καθρέφτη. Εγώ δίπλα σου θα είμαι κι εσύ, θα κατευνάσεις την τρικυμία της ψυχής σου. Έλα, μίλα του, σ’ ακούει. Τι βλέπεις μέσα;

–          Εμένα βλέπω, εμένα! Ωωωωω… εγώ είμαι αυτή η μεγάλη γυναίκα με τα μισοξεβαμμένα λευκά μαλλιά; Με τα άχρωμα κουρασμένα μάτια; Χριστέ μου, πότε περάσανε τα χρόνια; Σα χτες με θυμάμαι μικρό κορίτσι στα άσπρα ντυμένο! Ανεμοδαρμένο της ψυχής μου ολοκαύτωμα, ρυάκι μου μοναχικό και γάργαρο. Λουλουδάκι μου, αστέρι μου, χαρά μου! 

–          Γεια χαρά Σοφάκι. Τι έχουμε; Ωωωω… βροχή στα μάτια σου βλέπω; Γιατί;

–          Μεγαλώνω… γερνάω… φοβάμαι! Κοίτα πως έγινα… Δες… η  κοιλιά μου… πως είναι έτσι; Πως έγινε έτσι; Μα πόσο πανέμορφη ήταν κάποτε… νεανική, σφριγηλή, επίπεδη, ντελικάτη… Τώρα μοιάζει με μικρό βουναλάκι που όταν γελώ κουνιέται ολόκληρη, κλο κλο κλο κλο!

–          Όταν γελάς… τι τυχερή που είσαι αφού γελάς… Μεγάλη υπόθεση να μπορείς να γελάς κοριτσάκι. Όμως… πόσο την αδικείς αλήθεια! Σοφάκι μου, ξεχνάς πόσο γενναία ήτανε αυτή η κοιλιά κάποτε; Εννιά μήνες, τέντωνε το δέρμα σου, πονούσε, κουβάλαγες νύχτα μέρα το παιδί σου με όλο του το σπίτι… Δε μπορούσες να κοιμηθείς…ακόμη κι η αναπνοή σου έβγαινε με πίεση… Τα λατρεμένα πατουσάκια του, σε κλωτσούσανε  κι εσύ ανυπομονούσες να αγκαλιάσεις τούτο το παιχνιδιάρικο μωρό που ήτανε δικό σου… σπλάχνο σου… κομμάτι από σένα! Έζησες ένα θαύμα και μετά ακόμη ένα… γέννησες δύο παιδιά, έδωσες ζωή σε δύο τόσο δα κορμάκια… ρίζωσε η ανάσα τους και έπιασαν κουβέντα μαζί σου, με ήλιο,  με φεγγάρι, με αστέρια, με την ίδια την ζωή!

–          Ναι! Μαααα…..

–          Ντροπή σου να σκέφτεσαι έτσι! Κοίταξέ την με αγάπη,  πόσο όμορφη είναι αλήθεια, πόσο γενναία… Μη… μη της καρφώνεις  αγκάθια αγνωμοσύνης! Πόσες γυναίκες θα ‘θελαν να ‘χαν  την δική σου κοιλιά…μα δυστυχώς δεν τα κατάφεραν να γίνουν Μανούλες!

–          Ναι όμως… το στήθος μου… κοντεύει τα πατώματα!

–          Και λοιπόν;

–          Κι οι ρυτίδες σκάψανε το δροσερό νεανικό μου δέρμα… θάμπωσε, γερνάει αλλόκοτα …

–          Και λοιπόν;

–          Θέλω να κάνω ένα τατουάζ, μια πεταλουδίτσα… μα τώρα πια περάσανε τα χρόνια… ντρέπομαι… τα παιδιά θα γελάνε μαζί μου!

–          Γιατί δεν το έκανες;

–          Είχα τόσα άλλα να κάνω… ίσως δεν προλάβαινα… ή ακόμη και να ήταν κακό… ή και να μη μου το επέτρεπε ο σύζυγος …

–          Ποτέ δεν είναι αργά Σοφάκι για να γευτείς χαρές…

–          Μα τι λες τώρα… Πάει… έχασα την ευκαιρία… είμαι πολύ μεγάλη πια για τρέλες! Κοίτα τα πόδια μου… γεμάτα κυτταρίτιδα… ξερό δέρμα… αφυδατωμένο… πανάδες… σημάδια μεγάλης ηλικίας! Κοίτα τα δάχτυλά μου, στραβώνουνε σιγά σιγά από την οστεοαρθρίτιδα, ακόμη και τα νύχια μου στραβά και άχαρα τα βλέπω!

–          Γιατί δε τα βλέπεις αλλιώς;

–          Πως να τα δω;

–          Φέρ’ τα στα χείλη σου, φίλησέ τα, χάιδεψέ τα, ευχαρίστησέ τα που όμορφα τα είχες, που τα χρησιμοποίησες και δόξα σε τον Θεό! 

–          Φεύγει η ζωή, κατηφορίζει σου λέω, τα παιδιά πουλιά, ανοίξανε φτερά στην δική τους ζωή… σκοτείνιασε, κουράστηκα!

–          Που πας;

–          Λέω να κλείσω το παράθυρο, φυσάει, μάλλον θα βρέξει!

–          Άστο, μη το κλείνεις, το χτενάκι στα μαλλιά τι το θέλεις;

–          Μα μου τα κρατάει, ο αέρας θα τα ανακατέψει κι γω βαριέμαι να τα χτενίζω όλη την ώρα!

–          Άστα να ανεμίζουν…

–          Φυσάει σου λέω… Φυσάει μοναξιά… δε θέλω να βλέπω ζευγάρια κάτω από την μαύρη ομπρέλα αγκαλιά… Μεγάλωσα… τι άλλο να κάνω τώρα πια;

–          ΖΗΣΕ! Τώρα μιλάω εγώ… Αυτή η άλλη που βλέπεις στον καθρέφτη σου… αυτή που είμαι ΕΣΥ!

Βλέπω, μια γοητευτική γυναίκα, με λίγες ρυτιδούλες γύρω από τα μάτια… Πόση ομορφιά σου χαρίζουνε να ‘ξερες… Πόση σοφία έχει αυτό το γεμάτο εμπειρίες βλέμμα σου… Πόσο μ’ αρέσουν τα μαλλιά σου που άπειρες φορές χτένισες βιαστικά και πόσες άλλες με περισσή επιμέλεια!

Αυτό το κορμί, το αγαπώ, είναι τόσο σπουδαίο… Χιλιόμετρα ατελείωτα περπάτησε… στο φούρνο,  στο μανάβη, στους παιδιάτρους, στα φροντιστήρια… Πόσες φορές σταύρωσες τα παιδιά σου, μ’ αυτά τα χέρια τα ιερά! Τι γλυκό που ήτανε το χάδι σου, βάλσαμο στα κεφαλάκια τους, όταν οι ιώσεις τα ταλαιπωρούσανε απ’ το νηπιαγωγείο ίσαμε το πανεπιστήμιο!

Βλέπω την ξέφρενη αγάπη που είχες για τον σύζυγο!  Με ένα ξύλο που ξέβραζε η θάλασσα έγραφες τ’ όνομά του στην αμμουδιά και περίμενες το κύμα να το σβήσει και ξανά και πάλι απ’ την αρχή… τρελοκόριτσο … Θυμήσου πόσες όμορφες στιγμές έζησες…Έρωτα, αγάπη, ολοκλήρωση της γυναικείας σου αποστολής! 

Τι κι αν μεγάλωσες; Τι κι αν άσπρισαν τα μαλλιά σου; Τι κι αν ο καταρράκτης δε σ αφήνει να καλοβλέπεις;

Εγώ  σ’ αγαπώ, σ’ εκτιμώ, σε θαυμάζω, σ’ έχω ανάγκη! Θέλω να είσαι γερή, χαρούμενη, αγαπησιάρα… και να γελάς… ακούς; Θέλω να γελάς. Όταν γελάς, όλα δίπλα μου ανθίζουν! Μεγαλώνεις όμορφα… Ζήσε τις τέσσερις εποχές κάθε χρόνο… Κάνε ένα πέρασμα από το χτες στο σήμερα… Δέξου αυτό που είσαι… Αγάπησε…  Άκουυυ… τα τζιτζίκια τραγουδούν κι αυτό σ’ αρέσει… περπάτησε στη φύση, μίλα με τα πουλιά, μη φοβάσαι τη νύχτα άλλο πια… Τέλειωσαν τα φαντάσματα! Κατάλαβες; Μπορείς! Και ξέρεις γιατί; Γιατί τ’ αξίζεις! 

Πρόσφερες, χάρισες, έδωσες, έφτιαξες! Είμαι πολύ περήφανη για σένα, υπήρξες σπουδαία. Και τώρα χαλαρά… ζήσε χαλαρά, όπως εσύ θέλεις κι όχι όπως οι άλλοι σου επιβάλλουν! Κατάλαβες Σοφάκι; ΑΞΙΖΕΙΣ ψυχή μου όμορφη!

 

Τελευταία Νέα

Σετικά άρθρα