Μια βόλτα εδώ στις γειτονιές της Παλλήνης, με τα γιασεμιά και το αγιόκλημα με γύρισαν χρόνια πίσω σε αναμνήσεις ελαφρώς ξεθωριασμένες! Οι ευωδιές με θύμισαν άλλες γειτονιές με χαμηλά σπίτια, σ’ ένα χωριό της Μακεδονίας μας, το αγαπημένο Πράβι ή αλλιώς Ελευθερούπολη!
Μικρό κοριτσάκι, μ’ έναν λευκό φιόγκο στα μαλλιά (που καθόλου δε μ’ άρεσε), ένδειξη μιας μαμάς νοικοκυρεμένης και μέσα στην μόδα της εποχής! Παπούτσια λευκά, με φιόγκο κι αυτά …. δικής μου επιλογής! Έτρεχα χορεύοντας στην αυλή του Α΄ Δημοτικού σχολείου, να συναντήσω τους φίλους μου με τον φιόγκο να χοροπηδά μαζί με μένα.
Μόλις χανόμουν από την ορατότητα της μαμάς τον έβγαζα και τον έχωνα στην τσέπη μου. Αγκαλιαζόμουν με την Τέσσυ, την Λίτσα, την Μαίρη, την Ιωάννα, την Τασούλα, τον Μόσχο, τον Δημήτρη, τον Θέμη κι όλα τ’ άλλα τα παιδιά. Παίζαμε ώρες … κυνηγητό, κρυφτό, αγάλματα, μηλάκια, κικιρίκια, λάστιχο, σπασμένο τηλέφωνο και δεν περνάς κυρά Μαρία δεν περνάς και τσιγκολελέτα τα πράσινα κουφέτα! Σας πήραμε, σας πήραμε φλουρί Κωνσταντινάτο, μας πήρατε, μας πήρατε βαρέλι δίχως πάτο! Και νύχτωνε και το αγιόκλημα μοσχοβολούσε κι οι μαμάδες φωνάζανε να μαζευτούμε επιτέλους στο σπίτι να διαβάσουμε, γιατί ήρθε ο μπαμπάς κι είναι κουρασμένος!
Ο δάσκαλος μας ο κ. Χαραλαμπίδης με την φαλακρίτσα του και τα μαύρα γυαλιά, είχε ένα μαντήλι και έφτυνε συνέχεια, πω πωωωω αηδιάζαμε και κρυφογελούσαμε, την καημένη την γυναίκα του που τα έπλυνε την καταλυπόμασταν. Είχε και ένα χάρακα και … φαπ στην ανοιχτή παλάμη αν δεν πηγαίναμε τις Κυριακές στην Εκκλησία και … φαπ όταν δεν ξέραμε το μάθημα και … φαπ όταν τρέχαμε και αργούσαμε στην προσευχή.
Έφαγα αρκετές φορές φαπ κι από μέσα μου έλεγα «είσαι κακός, είσαι κακός, είσαι κακός» όμως τον αγαπούσα ένα περίεργο πράμα! Το πρωί στην σειρά, καλοχτενισμένα, καθαρά και με μια τσάντα να μοσχοβολάει βιβλιοπωλείο “Τολίδης”, περιμέναμε την έπαρση της γαλανόλευκης κι ο Εθνικός ύμνος γέμιζε συγκίνηση όλους αλλά και χαρά γιατί κάτι γλιτώναμε από την πρώτη ώρα!
Μετά άρχιζε η καθιερωμένη προσευχή που παρακαλούσα από μέσα μου και έλεγα «σε παρακαλώ Παναγίτσα μου μη με σηκώσει στην Φυσική Ιστορία» γιατί αυτά τα δικοτυλήδονα και τα μονοκοτυλήδονα πολύ δύσκολα ήτανε κι είχα φάει και πολύ πεπόνι και πονούσε και η κοιλιά μου. «Αχ σε παρακαλώ Παναγίτσα μου… Συ που κόσμους κυβερνάς και ζωή παντού σκορπάς» κι ήτανε όμορφα και γω σκεφτόμουνα συνήθως «Ωχ άραγε τα πήρα όλα τα τετράδια μαζί μου;» Πρώτα οι μικρές τάξεις να πηγαίνουνε ήσυχα για ν’ αρχίσει το μάθημα.
Ήτανε όμως και μέρες όμορφες, μέρες γεμάτες ήλιο που επαναστατούσαμε και φωνάζαμε πριν χτυπήσει το κουδούνι αλλά και μετά συνεχίζαμε με ενθουσιασμό που όλο και δυνάμωνε, δυο λέξεις, δυο μικρές γλυκές λεξούλες, γεμάτες νόημα. Ε ΚΔΡΟ ΜΗ ΘΕΛΟΥΜΕ, εκ δρο μή θέλουμε, εκ δρο μή θέλουμε κι οι φωνές μας οι γεμάτες νιάτα, ομορφιά και δύναμη, πολιορκούσανε τ’ αυτιά των δασκάλων μας.
Συνεδρίαζαν τάχαμου – τάχαμου και χαμογελαστοί κάνανε το αίτημά μας δεκτό λέγοντας «Σήμερα παιδιά δεν θα κάνουμε μάθημα, θα πάμε εκδρομή! Παλαμάκια, χαρές αγκαλιές. «Ουφ ευτυχώς αφού δεν διάβασα καθόλου Ιστορία».
Πηγαίναμε στη μπουζίνα στο δασάκι, στα πλατάνια με τα νερά και τα βατράχια και ψαρεύαμε γυρίνους και τρέχαμε σα λιοντάρια που τα αφήσανε λεύτερα απ’ το κλουβί τους.
Την άλλη μέρα γράφαμε έκθεση με θέμα: «Πως πέρασα στην εκδρομή με το σχολείο μου». Θυμάμαι τον συμμαθητή μου τον Παπακωνσταντίνου που με ρώταγε «πως πέρασα; Δηλαδή τι να γράψω;» «Να γράψεις πως ήτανε μία πολύ ωραία εκδρομή και πέρασα πολύ ωραία». «Αυτό μόνο;» «Ε πες κι άλλα… ότι μοσχοβολούσαν τα λουλουδάκια» «Ποια λουλουδάκια; Είχε λουλουδάκια;» Που να βρίσκεται άραγε αυτό το παιδί;
Είχαμε και χορωδία ο κ. Παπαδάκης με το μουστακάκι του, που ήτανε και γείτονας στο σπίτι μας και μένα καθόλου δε μου άρεσε γιατί μ’ έβαζε να κολλάω κοχύλια στις γλάστρες του και μ’ έστελνε να του αγοράσω ψωμί από τον φούρνο. Μαθαίναμε τα τροπάρια της Μ. Εβδομάδος και πολύ μου άρεσε γιατί κάναμε πρόβες και χάναμε μαθήματα. Τώρα πως νόμιζε ότι έχω ωραία φωνή ποτέ μου δε το κατάλαβα. Μάλλον γιατί η μαμά μου ήτανε φίλη με την γυναίκα του κι οι δυο τους τα μαγειρεύανε.
Στην περιφορά του επιταφίου η χορωδία μας ήτανε μπροστά, ενώ δεξιά κι αριστερά μας συνόδευαν τα φανταράκια.
Στη ΣΤ΄ τάξη, ερωτεύτηκα έναν γιατί φορούσε τεράστιες αρβύλες και φάνταζε θεόρατος κι ωραίος! Τον ξερωτεύτηκα όμως αμέσως γιατί κάποια στιγμή χαμογέλασε και δεν είχε ωραία δόντια, ήτανε θεόστραβα!
Στη γειτονιά ήτανε κι η θεία Σμαρώ φίλη κι αυτή της μαμάς. Ήτανε μια όμορφη κομψή κυρία που είχε δυο παιδιά την Μαίρη και τον Ηλία. Την Μαιρούλα τη βρήκα πρόσφατα μέσα από το fb και τα λέμε. Της μοδός τότε, ήτανε το χτένισμα αγκινάρα και μπανάνα. Εκεί στην αυλή ερχότανε μια κομμώτρια και τις χτένιζε. Βάζανε ένα μαλλιαρό πράμα σα μπανάνα και τυλίγανε μ’ αυτό τα μαλλιά τους σε κότσο! Χα χα χα πολύ αστείο μου φαινότανε.
Ο Ηλίας είχε ένα ποδηλατάκι με τρείς ρόδες, του έδινα ένα κομμάτι κέικ και με άφηνε να κάνω και γω μια βόλτα! Όμορφες που ήτανε οι αυλές μας. Εκεί η κ. Βαγγελίτσα είχε καπνά και μαζευόμασταν όλοι μαζί και μπουρλιάζαμε τα καπνά. Πελώριες βελόνες που τρυπούσαμε τα φύλλα και όποιος γέμιζε τρεις βελόνες έπαιρνε μια καραμέλα φλοκάκι. Τι θυμάμαι τώρα… τι μνήμες υπέροχες!
Κάναμε και γυμναστικές επιδείξεις. Φορούσαμε λευκά σορτσάκια με λευκά μακό μπλουζάκια στην κάτω ενορία στο γήπεδο! Συναγωνιζόμασταν το Β΄ Δημοτικό σχολείο σε πολλά! Λέγαμε μεταξύ μας τα κορίτσια ότι εμείς είμασταν πάντα οι καλλίτεροι και τ’ αγόρια μας ήτανε ομορφότερα από τα δικά τους! Ένας χαμός. Ποτέ μου δεν πήρα μετάλλιο σε κανένα αγώνισμα… δεν με πείραζε όμως γιατί το τρέξιμο και το άλμα εις μήκος, στο λαιμό μου κάθονταν. Στην σκυταλοδρομία όμως και στο τσουβάλι που τρέχαμε μέσα σε αυτό, ήμουνα αστέρι! Τα γόνατα πάντα χτυπημένα και μια μαμά να φωνάζει υστερικά «εσύ εμένα θα με φας, αγοροκόριτσο. Να ξέρεις με αγόρια δε θα μιλάς, όλα στον μπαμπά σου! Μμμμμμ φοβήθηκα, ο μπαμπάς μου έλλειπε στα εξωτερικά!
Κάθε τέλος της χρονιάς είχαμε εξετάσεις, δε ξέρω πως τα κατάφερνα αλλά πάντα έπαιρνα δέκα! Διαβάζαμε με το Λιτσάκι μου, πολλές φορές ξενυχτούσαμε, ως τις δύο δηλαδή και μισοκοιμόμασταν κι όλα. Το πρωί πηγαίναμε στον Άγιο Ελευθέριο κρατούσαμε το βιβλίο και όπου άνοιγε εκείνο το μάθημα θα έπεφτε και διαβάζαμε γρήγορα – γρήγορα γιατί πιστεύαμε πως θα μας βοηθούσε ο Άγιος. Ποτέ όμως δεν έπεφτε, μας κορόιδευε μάλλον ή έπαιζε με τον πόνο μας. Παρόλα αυτά τον αγαπούσαμε και τον Άγιο Λευτέρη.
Στο διάλειμμα τρέχαμε στο φούρνο δίπλα απ’ το σχολείο να αγοράσουμε το ψωμάκι και αμέσως μετά στο μπακάλικο απέναντι που είχε την λεπτή φέτα σα τσιγαρόχαρτο νοστιμότατη μορταδέλα. Βέβαια είχαμε και το τσίγκινο κουπάκι που μας δίνανε γάλα σκόνη εξ Αμερικής και κίτρινο τυρί! Το περίφημο κακάο! Πολύ μου άρεσε και το αντάλλασσα με μια ζωγραφιά με χρυσόσκονη, κατά προτίμηση αγγέλους με τους συμμαθητές μου που τους έφερνε αναγούλα! Γι’ αυτό τώρα έχω χοληστερίνη φουλ!
Τι να πρωτοθυμηθώ… που έκανα την άρρωστη και έβηχα σα τρακτέρ να με λυπηθεί η μαμά και να μείνω στην θαλπωρή του σπιτιού δίπλα στην σόμπα με τα κάστανα. Ή τότε που χόρευα τουίστ στο Party της Τασούλας και γκρεμοτσακίστηκα από τις σκάλες… Ή τότε που χειρουργήθηκα με τοπική αναισθησία και τραγουδούσε ο γιατρός, ο baby baby bosanova. Οι αμυγδαλιές μου με τυραννούσανε… το θυμάμαι πολύ καλά, 500 δραχμές, πλήρωσε ο παππούς μου στην κλινική.
Τώρα εγώ γιατί ψάχνω χαρτομάντηλο; Ίσως γιατί θυμήθηκα τότε που με βάλανε μια κλωστή στο δόντι και το τραβήξανε και γω έκλαιγα μια μέρα χωρίς να ξέρω το γιατί …Και ήτανε και το μπαλταφάν που ντυνόμασταν πριγκίπισσες κι ήτανε και τα πουλάκια που φορούσα καφέ στολή και πράσινο τσόχινο καπελάκι με κίτρινα σιρίτια… Αχ πότε μεγάλωσα… πότε περάσανε τόσα πολλά χρόνια… πως ασπρίσανε τα όμορφα μαλλάκια μου και πως γέμισα ρυτίδες… Θέλω ένα τετράδιο αντιγραφής να ζωγραφίσω έναν γλάρο και να γράψω … όμορφο ήτανε το ταξίδι της ζωής και θέλω να γίνει ομορφότερο! Τ’ ακούς Θεέ μου και Άγιε Λευτέρη;





