ΑρχικήΑΡΘΡΑΓλαφυρή αφήγηση Βαγγέλη Μαυρουδή απ’ την θητεία του στο ναυτικό

Γλαφυρή αφήγηση Βαγγέλη Μαυρουδή απ’ την θητεία του στο ναυτικό

Τα καμπαρέ (σύντομη ιστορία)

Το καλοκαίρι του 1981 κατατάχτηκα στο στρατό και άρχισα να υπηρετώ την πατρίδα. Δέκα μήνες αργότερα ήμουν ναύτης στο Ο/Γ Ρουσσέν, ένα από τα μικρά καράβια του στόλου με τη γέφυρα σαν βαρέλι στη μέση, που είχαν κατασκευαστεί για την απόβαση της Νορμανδίας.

Το Ρουσσέν, παρά τα επανειλημμένα σχέδια απόσυρσης, κατάφερνε ακόμα να επιπλέει μεταφέροντας σημαδούρες, ασυρμάτους και άλλα στρατιωτικά υλικά, λειτουργώντας παράλληλα ως χώρος εκπαίδευσης των πεζοναυτών σε διάφορες υποθετικές αποβάσεις ανά την επικράτεια. Η παροιμιώδης αστοχία των κανονιών του σε ασκήσεις πυρών (θυμάμαι, αδύνατο να χτυπήσουμε μια τεράστια ξέρα με μέγεθος νησιού) δεν έκαμπτε μήτε τρίχα από την υπηρεσιακή ρουτίνα που επαναλαμβανόταν ευλαβικά με τη συνηθισμένη στρατιωτική αυστηρότητα.

Οι περισσότεροι από τους τριάντα ναύτες είχαν τελειώσει το λύκειο. Έξι ή επτά ήταν απόφοιτοι γυμνασίου ή δημοτικού, και μόνο τρεις ήμασταν πτυχιούχοι πανεπιστημίου. Μα και για τους τρεις αυτούς υπήρχε μυστική εντολή σε περίπτωση πολέμου να συλληφθούν και να κλειστούν στο μπαλαούρο. Ως ναύτης νοσοκόμος, εκτός από γιατρός του καραβιού, έκανα χρέη γραφέα στο οπλονομείο κι έβλεπα έτσι όλα τα έγγραφα, ακόμη και τα απόρρητα που κατέφταναν στο γραφείο του κυβερνήτη.

Ένα μεσημέρι ο ύπαρχος τιμώρησε για ασήμαντο λόγο ένα σηματωρό με στέρηση εξόδου. Σε μένα έλαχε ως συνήθως το σκληρό καθήκον να τον ενημερώσω για την ποινή. Στο μεταξύ αυτός, αγνοώντας την τιμωρία του, είχε ντυθεί και γευμάτιζε με τους άλλους στο υπόφραγμα του πλοίου, έτοιμος να βγει.

«Συμεωνίδη» του είπα κρατώντας τη μεγάλη βίβλο του οπλονομείου σαν Ευαγγέλιο. «Δυστυχώς έχεις πι» (Πι σήμαινε περιορισμό εξόδου.
«Τι;» κραύγασε έκπληκτος. Με κοίταξε άγρια και, με τη μπουκιά στο στόμα, προσπαθούσε να χωνέψει τι του είχα πει. Μόλις τα κατάφερε, τράβηξε με όλη του τη δύναμη μια γροθιά στο δίσκο του φαγητού. Το περιεχόμενο τινάχτηκε στον αέρα. «Γαμώ την Παναγία μου!» έκανε εκτός εαυτού.

Παρόλο που κάποιοι λερώθηκαν από τις σάλτσες και τα φασολάκια, κανείς δεν τόλμησε να αντιδράσει. Τους είδα όλους να με κοιτούν όλο ένταση χωρίς να κινούνται, ενώ ο τιμωρημένος, σφίγγοντας το πιρούνι σαν όργανο φονικό είχε στραφεί προς το μέρος μου έτοιμος για μια δεύτερη έκρηξη, χειρότερη από την πρώτη. Συνειδητοποίησα τότε ότι ούτε εκείνος, ούτε οι άλλοι κοίταζαν εμένα ακριβώς. Πίσω μου, ακούγοντας τη φασαρία, είχε έρθει και είχε σταθεί ο τιμωρός ύπαρχος. Η έκφραση του προσώπου του έδειχνε έτοιμη να επιβάλλει τώρα χειρότερες κυρώσεις.

Μολονότι ναύτης και μάλιστα φακελωμένος, ως γιατρός είχα κύρος στο καράβι εκείνο. Ο κυβερνήτης ήταν συνομήλικός μου και ο ύπαρχος σεβόταν τη γνώμη μου, ας επέμενε στο τέλος να κάνει κατάχρηση της εξουσίας του. Δυστυχώς οι άνθρωποι, όσο λογικά και να σκεφτόμαστε, στην πραγματικότητα κατευθυνόμαστε από τα συναισθήματα και τις αδυναμίες μας. Πήρα λοιπόν βαθυστόχαστο ύφος και εκφέροντας με μακρόσυρτο τρόπο τις λέξεις είπα:

«Νταχάου, Άουσβιτς, Ρουσσέν, Μαουτχάουζεν!»

Το κακόγουστο χιούμορ μου δεν έδειξε να πτοεί την ένταση η οποία συνεχιζόταν με έκφραση την απόλυτη σιωπή. Ευτυχώς κάποιοι άρχισαν να κινούνται, έτοιμοι να τινάξουν τα σκόρπια φαγητά από τα ρούχα τους. Είδα τα πρόσωπα να χαλαρώνουν. Ο τιμωρημένος κατέβασε το πιρούνι του. Δε γύρισα προς τον ύπαρχο, αλλά ήμουν σίγουρος ότι είχε μαλακώσει κι αυτός. Η παρέμβασή μου στεφόταν προφανώς με επιτυχία. Η ακρότητα της σύγκρισης είχε αμβλύνει την οξύτητα της σύγκρουσης.

Τότε ένας νεαρός ναύτης, ο οποίος είχε επίσης θάρρος, διότι ο πατέρας του ήταν χασάπης και κάθε Σάββατο έστελνε στο σπίτι του κυβερνήτη δυο τσάντες κρέας, είπε ανάλαφρα με τη σιγουριά που του έδιναν τα πεσκέσια:

«Πες τα, ρε γιατρέ! Καμπαρέ καταντήσαμε!»

Οι περισσότεροι κούνησαν τα κεφάλια τους συμφωνώντας. Κανείς δε γέλασε.

Ευάγγελος Μαυρουδής

Τελευταία Νέα

Σετικά άρθρα