13.3 C
Athens
Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου, 2022

ΑρχικήΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΓιάννης Καμπύσης: Ανάξιος απόγονος των μεγάλων προγόνων

Γιάννης Καμπύσης: Ανάξιος απόγονος των μεγάλων προγόνων

Το πολύ μεγάλο βάρος των προγόνων

Βαγγέλης Στεργιόπουλος in.gr

Αθήνα, 15, οδός Οικονόμου
2/14 του Μάη του 1897

Αξιότιμε κύριε,

Έλαβα το γραμματάκι σας από τόσον καιρό, κι’ ενώ ήθελα να σας γράψω κάτι, το χέρι μου επιάνονταν και δεν μπορούσα. Η ψυχή μου αλάκερη είναι γιομάτη τόσω λογιώ πόνους! Και τους πόνους αφτούς, βλέπω πως δεν μπόρεσε ναν τους εμποδίσει ή και ναν τους μετριάσει η πεποίθησή μου από την αρχή του χρόνου και των αφορμών, πως θα δυστυχέψει η πατρίδα μου.

Προχτές είδα μια σας διατριβή για τις σκέσες της Ελλάδας και της Γερμανίας· για την έχτρητα της Γερμανίας στην Ελλάδα. Δε θέλω να πω τον αντίλογό μου στους λόγους που φέρνατε, μα με κυρίεψεν ένας πόθος να σας γράψω λίγα λόγια, ίσως κι’ άσκετα.

Ο Κλασικισμός! Βραχνάς μού κάθεται στα στήθια. Κάθε φορά που τον ακούω, όλο μου το κορμί ταράζεται και φρισονάρει! Δεν είναι για μας μεγαλήτερο άλλο κατάμουτρα πέταμα της μικρότητάς μας και της αδυναμίας μας, παρά να μας θυμίζουν τον κλασικισμό και να μας δείχνουν μια προστασία ή να μας λένε ένα γλυκό λόγο, σαν ψίχαλο σε διακονιάρη, μόνο γιατί ζούμε στους τόπους, που έζησεν άλλοτες ο Περικλής κι’ ο Φειδίας!

Τι Ημιθέους και τι ανθρώπους ναν τους περνούσαν εκείνους στη φαντασία τους οι Φιλέλληνες της εποχής! Ω λάμψη που θα σκορπίζουν κ’ οι απόγονοί τους! Τρεχάτε, Φιλέλληνες, στην Ελλάδα! Εκεί θα ιδείτε τη χλαμύδα· θ’ ακούστε στην Αθήνα τους σοφιστές και τους ρήτορες στην Πνύκα· στο σαλόνι της Ασπασίας θαντικρύστε τους καλλιτέχνες και τους φιλοσόφους· στο θέατρο θακούστε του Αισκύλου τους «Πέρσες» και τους «Βατράχους» του Αριστοφάνη. Τις ραψωδίες του Όμηρου όλοι τους θάχουν στα χείλια κι’ οι νεανίαι πώς θα τραγουδούν στα σοκάκια του Πίνταρου τους ύμνους και της Σαφώς τα μινυρίσματα! Τρεχάτε στην Ελλάδα, των περάτων Φιλέλληνες κι’ αρχαιόφιλοι! Εκεί στο στόμιο του Πειραιά θαντικρύστε το μνημούρι του Θεμιστοκλή και μέσα στο λιμένα οι τριήρες οι δοξασμένες, οι Σαλαμινομάχισες, εκεί θα πλέχουν. Τρεχάτε στην Ελλάδα για τους Έλληνες… «κι’ αν είναι να πεθάνουμε για την Ελλάδα, ω θεία δάφνη, μια φορά κανείς πεθαίνει!»

Μην τα θυμάμαι αφτά. Το βάρος των προγόνων μου είνε πολύ πολύ μεγάλο. Τ’ όνομά τους και μόνο με πλακόνει, σα βουνό, σαν τον Όλυμπο! Δεν είμαι ελέφτερος καθόλου κι’ είμαι καταδικασμένος να είμαι αιώνια σκλάβος τους. Να κάμω τίποτα δε μπορώ, γιατί είμαι απόγονος του Εβριπίδη. Η Ακρόπολη λάμπει κι’ ο Παρθενώνας ατίμητο πετράδι της γιγάντιας αυτής κορώνας της ανθρωπότητας και των αιώνων, με θαμπόνει και με σκεπάζει! Ούτε να περπατήσω δε μπορώ και μονάχα κλαίω… κλαίω, γιατί είμαι ο ανάξιος απόγονος των μεγάλων προγόνων!

Γκρέμισε την Ιστορία, σκίσε τα Βιβλία, θάψε την παράδοση, να ζωντανέψω λίγο, νανασάνω λίγο, να γίνω κι’ εγώ κομάτι άνθρωπος. Να με κοιτάζουν κι’ εμένα και να λένε: είνε ο Ρωμηός! Ω! ας πάψω πια νακούω: είνε απόγονος των Ελλήνων!

Μακαρισμένοι που δεν κατοικούν σ’ αρχαίους τόπους! Μακαρισμένοι, και που κατοικούν τη Φοινίκη, που κατοικούν την Αίγυφτο, που κατοικούν την Καρχηδόνα. Δεν έχουν ούτε προγόνους, ούτε φίλους των προγόνων τους! Αν τους αγαπάει κανείς, αγαπάει τους ίδιους! Σας ζουλέβω, μακαρισμένοι. Εσείς θα ζείστε, θα γίνετε κι’ εσείς πρόγονοι μια μέρα, αν το θελείστε, κι’ ας μην κάμετε ό,τι θα κάμω εγώ, ό,τι κάνω εγώ, ό,τι έκαμα εγώ ο Ρωμηός! Εγώ είμαι φτωχός καταδικασμένος της Μοίρας! είμαι απόγονος!

Τους θρήνους μου, αξιότιμέ μου κύριε, μην τους παραξηγείστε. Ξέρω πως ο εχτρός μου ο μεγάλος δεν είνε τόσο ο φίλος των προγόνω μου, όσο αφτός ο απόγονος, εγώ ο ίδιος! Ναι! Τον κλασικισμόν έχουμε προσφάγι κι’ εμείς! Ω, οι Τούρκοι! Δεν είνε τίποτις οι Τούρκοι! Οι Ρωμηοί μου τούς ετσάκισαν τότες. Και σήμερα οι απόγονοι των Ελλήνων τούς ξανάφεραν. Δεν είνε σαν τους δασκάλους καταστρεφτικοί σε μας οι Τούρκοι! Ο Τούρκος ίσως άβριο ξαναφύγει, και θα ξανατσακίζονταν αν του ρίχτονταν ο Ρωμηός κι’ όχι ο απόγονος των Ελλήνων… μα ποιος Φρειδερίκος Μεγάλος θα κάμει Έθνος και το δικό μου τον τόπο;

Γλυκειά μου πατρίδα, που σου βούλοσαν τη ζωή σου με την αρχαιότητα.. ας είταν να γιατρέβουσουν από την τρομερήν αυτήν αρώστεια! Οι καμπάνες της Αγια Σοφιάς ξανά θακούγουνταν στα τετραπέρατα της Ρωμηοσύνης!

Θα ήθελα να σας έλεγα κάτι για τη γλώσσα μας, απαντώντας και στο γραμματάκι σας· και κάτι για την καταγωγή μας, απαντώντας και στη διατριβή σας. Μα θα σας πω μόνο πως εμείς είμαστε Ρωμηοί. Έχουμε μέσα μας πολύ χυμό κ’ από τους Έλληνες κι’ από τους Ρωμαίους κι’ από τους Σλάβους και τους Βενετσάνους και τους Αρβανίτες και τους Τούρκους κι’ από κάθε που πέρασεν από τον τόπο μας κι’ αφομοιώθηκε… κι’ έτσι μορφώθηκεν η Φυλή μας, η Φυλή των Ρωμηών. Από τέτοια φυλή χιλιοδιασταβρωμένη πετάχτηκεν η γιγάντεια γενεά του 1821. Και, θεέ μου, άρκεσαν 70 χρόνια δασκαλικό δηλητήριο, να γίνουμε εκφυλισμένοι Έλληνες!

Σταματώ πια! Συμπαθείστε με, που σας κούρασα τόσο. Μου είσαστε πάρα πολύ αγαπημένος. Αν αγαπάτε την Αρχαιότητα μα ξέρετε και τους Ρωμηούς καλά και δε μπορεί παρά να σας είνε κι’ αφτοί αγαπητοί.

Σας χαιρετώ από την καρδιά μου

Δικός σας

Γιάννης Δ. Καμπύσης

*Γράμμα του λογοτέχνη Γιάννη Καμπύση προς το φιλόλογο Karl Dieterich (1869-1935), ως απάντηση σε προηγηθείσα επιστολή του γερμανού μεσαιωνολόγου – νεοελληνιστή και μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου της Λειψίας.

Ο Καμπύσης λάτρεψε από τους πρώτους –όπως και ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος– το γερμανικό πνεύμα και φρόντισε να γνωρίσει από κοντά γερμανούς λογίους και συγγραφείς παραμένοντας επί μακρόν στη Γερμανία, από τον Οκτώβριο του 1898 έως τον Ιούλιο του 1899.

Ειδικότερα όσον αφορά τη σχέση του με τον Dieterich, ο Καμπύσης είχε έλθει σε επαφή μαζί του δι’ αλληλογραφίας πριν ακόμα επισκεφθεί τη Γερμανία, ήδη από τις αρχές του 1897.

Η συγκεκριμένη επιστολή του Καμπύση (η πρώτη από τις επτά συνολικά με αποδέκτη τον Dieterich) είχε δημοσιευτεί αρχικά στο περιοδικό «Νουμάς» (Νοέμβριος 1904) και ακολούθως στο περιοδικό «Νέα Εστία» (Φεβρουάριος 1931).

Παρά τον πρόωρο θάνατό του, ο Καμπύσης –πεζογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός και μεταφραστής με καταγωγή από την Κορώνη Μεσσηνίας– πρόλαβε να αφήσει ένα ευκρινές αποτύπωμα στο χώρο των νεοελληνικών γραμμάτων.

Ο Γιάννης Καμπύσης, χτυπημένος από φυματίωση, απεβίωσε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 1901, σε ηλικία μόλις 29 ετών.

Σετικά άρθρα
Creative People

Τελευταία Νέα