Είναι παράξενο το πώς η Ιστορία παίζει τα δικά της παιχνίδια. Με τις ζωές μας συνήθως αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Τα προβλήματα που σήμερα κυριαρχούν στην καθημερινότητά μας έχουν ρίζες στο παρελθόν ή απλώς η ζωή κάνει κύκλους; Ένα πρωτοσέλιδο, 100 χρόνια πριν, μιλάει για το στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι της εποχής.
«Υπάρχουν σπίτια στην Αθήνα;»

Η «Πρόοδος» ήταν μια αθηναϊκή πολιτικοκοινωνική εφημερίδα της εποχής. Ήταν ευρείας κυκλοφορίας τη δεκαετία του ’20 και σε αυτήν είχε εργαστεί ως ανταποκριτής ο ποιητής Κώστας Βάρναλης. Στις στήλες υπάρχουν σχόλια για την καθημερινότητα της πόλης. Στο φύλλο της 14ης Ιουνίου 1926, ένας δημοσιογράφος, ο Μήτσος Δειλινός, στηλιτεύει το στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι.
«Θα του ζητήσουν δυόμισι χιλιάδες δραχμές τον μήνα για δύο τρύπες, όχι δωμάτια και μια φωλιά για σπουργίτια που λέγεται κουζίνα» σημειώνει ο Δειλινός. Θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα μόλις. Η Αθήνα είχε ήδη στεγαστικό πρόβλημα το 1926. Μπορούμε να το συγκρίνουμε με το σήμερα; Δύσκολα γιατί οι συνθήκες είναι διαφορετικές.
Τέσσερα χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, η κρατική μέριμνα στοχεύει στην αποκατάσταση των προσφύγων. Ο αστικός ιστός της Αθήνας έχει δεχθεί ένα δυσανάλογο βάρος. Όπως φαίνεται όμως κι από τον σχολιασμό του Δειλινού, δεν φαίνεται να είναι αυτό η αιτία του προβλήματος. Μάλλον είναι οι παράλογες απαιτήσεις των ιδιοκτητών.
Τα μεροκάματα και οι τιμές των προϊόντων της εποχής

«Δυόμισι θέλει ο ιδιοκτήτης αδιαφορών πού θα τις εύρη ο πτωχός υπάλληλος που παίρνει μόνο δύο, και με όρους» περιγράφει ο δημοσιογράφος. Και συνεχίζει: «Δεν έχομεν κρίσιν κατοικίας, αλλά οξυτάτην κρίσιν αισχροκερδείας των ιδιοκτητών». Στα σπίτια που βρίσκονται στα προάστια η κατάσταση είναι χειρότερη. Αν κι εδώ δεν μιλάμε απαραίτητα για σπίτια αλλά πλινθόκτιστα δωμάτια. Εκεί οι ιδιοκτήτες ζητούσαν μέχρι 15 χιλιάδες δραχμές!
Αξίζει να δούμε τις τιμές και τα μεροκάματα της εποχής για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης. Ένας εργάτης αμειβόταν συνήθως με 50 δραχμές τη μέρα, μια γυναίκα με 27 δραχμές. Η κατάσταση κάπως βελτιώθηκε μετά το 1929 αλλά όχι σημαντικά. Τα προϊόντα τα μετρούσαν τότε με την οκά (περίπου 1.200 γραμμάρια). Μια οκά λάδι λοιπόν κόστιζε περίπου 30 με 40 δραχμές, τα όσπρια ήταν στις 14 με 16 δραχμές.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως μια εργατική οικογένεια που ζούσε στην Αθήνα αντιμετώπιζε φρικτές δυσκολίες εφόσον ήθελε να βρει νέο σπίτι να νοικιάσει. Ή όπως σωστά αναφέρει ο Δειλινός: «να ζει κανείς ή να μην ζει…σε σπίτι;».





