Όμορφη αναπόληση της αγαπητής φίλης Ανθούλας Βαμπουρέλλη, με τον χαρακτηριστικό τρόπο εξιστόρησης παιδικής της ανάμνησης που προέκυψε απ’ την Χριστουγεννιάτικη γιορτή της ενορίας Αναλήψεως Ραφήνας.
Γράφει η Ανθούλα Βαμπουρέλλη
Μια παιδική χριστουγεννιάτικη γιορτή που παρακολούθησα την Κυριακή (21/12) με φίλη, με ταξίδεψε στο όμορφο χωριό μου, στο Πραβάκι μας όπως συνηθίζουμε να το αποκαλούμε με νοσταλγία, όσοι ζούμε μακριά του.
Ήμουν μαθήτρια της τρίτης ή της τετάρτης Δημοτικού, μ’ έναν τεράστιο λευκό φιόγκο, πιο μεγάλο και από το κεφάλι μου, σαν στέμμα πάνω στα καλοχτενισμένα μου μαλλιά. Γκρίνιαζα, έκλαιγα δεν τον ήθελα καθόλου, τον τραβούσα με θυμό και απογοήτευση κάθε φορά που μου τον στόλιζε η μαμά μου με ιεροτελεστία και επιμονή μιας και ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα της γιορτινής μου φορεσιάς και δείγμα της νοικοκυροσύνης της.
Τα καινούρια μου λουστρίνια παπούτσια, δώρο του παππού μου Θεόδωρου, από το κατάστημα υποδημάτων “Καλιοπίτσα”, με την ονειρεμένη βιτρίνα, πετούσαν, δεν πατούσαν στην γη, με έκαναν να νοιώθω πριγκίπισσα μιας και πάντα ήμουν βουτηγμένη στα εικονογραφημένα Κλασσικά παραμύθια με τις βασίλισσες, με τις αιθέριες ξανθές μπούκλες, με τα αέρινα ροζ ή σιέλ ή μωβ φορέματα, τις χρυσοποίκιλτες τιάρες και τα αστραφτερά γοβάκια στολισμένα με διαμάντια και ζαφείρια! Με τα παλάτια και τα μυστικά τους, τους υπηρέτες και τους εξαιρετικά …. κούκλους πρίγκιπες.
Έκλεινα τα μάτια και χόρευα στα σύννεφα ή ίππευα το κατάλευκο άτι δώρο του βασιλιά με τους έξι γιούς, το ψώνιο, η ονειροπαρμένη, η φαντασιόπληκτη χαζοχαρούμενη μικρή Ανθούλα! Η παντόφλα της μαμάς πάντα έτοιμη για να βρει τον στόχο της, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο ποτέ δεν τον εύρισκε …
– Σύνελθε, εσύ θα με πεθάνεις, πάρε τα βιβλία σου και κάτσε να διαβάσεις, αλλιώς θα σε στείλω στην κυρία Στέλλα να γίνεις μοδίστρα και το βράδυ όλα στον μπαμπά, φώναζε η κακομοίρα.
Ανήσυχο πλάσμα, ασυμβίβαστο, αεικίνητο, στραβάδι με λίγα λόγια.
Έλα μου όμως που είχα κάνει συμμαχία με τον μπαμπά και πάντα με στήριζε και με υποστήριζε; Πρωτότοκη βλέπεις από τα τρία γραμμάτια όπως μουρμούριζε με γλύκα. Θυμάμαι ήταν όπως και σήμερα, που τα παιδάκια της ενορίας της Ανάληψης σαν μελισσούλες, τριγυρνούσαν στην αίθουσα με χαμόγελα χαράς και προσμονής, ντυμένα μάγοι και αγγελάκια, με χρυσές κορώνες από χαρτί και φτερά που λαμπυρίζανε στην σκηνή για να παίξουν τον ρόλο τους στο μικρό σκετσάκι που ετοίμασαν.
Η δική μας γιορτή γινότανε στην μεγάλη αίθουσα, στο κτήριο που σήμερα είναι τα γραφεία της Μητρόπολης και η κατοικία του Δεσπότη. Τότε Μητροπολίτης ήτανε ο Αμβρόσιος με την μεγάλη μαγκούρα, την πυγμή και την αυστηρότητα που Θεός σχωρέστον ίσως ήταν και ο μόνος που άφησε γερή κληρονομιά στο χωριουδάκι μας με σπουδαία έργα, τόσο παλιά είμαι Χριστέ μου; Ζούσα επί εποχής Αμβροσίου;
Εκεί λοιπόν μετά τα ποιήματα και τα Χριστουγεννιάτικά τραγούδια, ερχόταν ο μαγικός κ. Φαγούρας, ο τρυφερός καλόψυχος άνθρωπος, φορτωμένος πάντα με όμορφα τυλιγμένα δώρα από το κατάστημά του. Εκεί άρχιζε η γλύκα της αγωνίας, άραγε τι θα μου δώσει εμένα; Κανένα μικρό πακετάκι; Μήπως τελειώσουνε όλα και δεν προλάβω να πάρω και εγώ; Αχ Θεούλη μου θα σου πω το Πάτερ ημών, να προλάβει, εντάξει; Και εγώ θα έρχομαι στην εκκλησία κάπου …κάπου.
Και ναι! Ήρθε και η δική μου σειρά, το πήρα ντροπαλά από τα χέρια του θυμάμαι, τον κοίταξα στα μάτια με ευγνωμοσύνη που πρόλαβε και με λαχτάρα, έσκισα γρήγορα το χαρτί περιτυλίγματος με τις χρωματιστές μπάλες και τα κλαδικά από έλατο.
Αχ Παναγίτσα μου τι είναι… τι είναι; Αναρωτιόμουν. Κάνε να είναι μια κούκλα!!! Και ναι! Ήτανε μια πλαστική κούκλα, ένα μωρό χωρίς μαλλιά … Απογοητεύτηκα, μια φαλακρή κούκλα, μα δεν έχει μαλλιά διαμαρτυρήθηκα, το θυμάμαι και γελάω.
– Δε σ’ αρέσει νομίζω, όμως για δες, περίσσεψε ένα αυτοκινητάκι με καρότσα, μου λέει ο καημενούλης λυπημένος, το θέλεις;
–Σήμερα είναι ανοιχτά τα τσαγκαράδικα; τον ρώτησα ηλιθίως
– Μπα δεν νομίζω, γιατί κορίτσι μου χάλασε το παπουτσάκι σου;
– Όχι κύριε, απλά χρειάζομαι τσαγκαρόκολλα του είπα και έτρεξα σπίτι λαχανιασμένη.
Έψαξα στα μαλλιά που είχε η μαμά μου γιατί μας έπλεκε συνήθως ζακετάκια και κασκόλ και βρήκα ένα κουβάρι κατακόκκινο. Το άρπαξα και έτρεξα να προλάβω. Φώναζε η μαμά μου από το μπαλκόνι.
– Που πας; Που τρέχεις με το κουβάρι μου; Τι το θέλεις; Έλα σπίτι γρήγορα. Εσύ εμένα θα με πεθάνεις μια μέρα… έλα γρήγορα …..
Τίποτε δεν άκουγα, κρατούσα την καραφλή κούκλα και γρηγορανασαίνοντας έφτασα στον πλάτανο που όταν πήγαινα στο Νηπιαγωγείο της κ. Βικτώριας , μας έφερνε εκδρομή να χαζεύουμε τον μεγάλο κορμό. Όλα τα παιδάκια ΘΥΜΑΜΑΙ κρατούσαμε τα χεράκια και γυρνούσαμε γύρω του τραγουδώντας … η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει, πως δεν την παίζουν οι φιλενάδες της …. σήκω επάνω κλείσε τα ματάκια σου και αποχαιρέτησε !!!!
Εκεί ήτανε ο συμπαθέστατος κύριος Περικλής ο τσαγκάρης, που είχε μια μικρή παράγκα με ένα μικρό παραθυράκι. Δούλευε συνέχεια με το σφυρί και τα καρφάκια του, τα καλαπόδια και τις κάμελ μπογιές που έβαφε τα παπούτσια των πελατών του . Πάντα πήγαινα τα ξώφτερνα παπούτσια της μαμάς να αλλάξει τα τακουνάκια γιατί την ενοχλούσε ο θόρυβος που έκανε στο πλακόστρωτο, το πρώτο του γεννησιμιού του όπως έλεγε που ήτανε σκέτο πλαστικό.
– Κύριε Περικλή βάψτε το κεφάλι της κούκλας μου σας παρακαλώ με την τσαγκαρόκολλα σας, ευτυχώς σας πρόλαβα
Σάστισε ο καημενούλης και με κοίταζε χαμένος και ζαλισμένος από το σκύψε – σκύψε πάνω στον πάγκο του.
– Δεν κατάλαβα τι θέλεις, που πως γιατί… τι… τι θέλεις να κάνεις;
– Θέλω να της βάλω μαλλιά (της κούκλας) γιατί δεν μου αρέσει έτσι όπως είναι
Και… ο καλός μας ο κ. ΠΕΡΙΚΛΗΣ , πήρε το κουβάρι έκοψε ισόποσα κομμάτια και τα κόλλησε με προσοχή πάνω στο καραφλό κεφάλι της κούκλας.
Βαμμένα κόκκινα μαλλιά, επιτέλους η κούκλα μου έγινε όμορφη με μακριά πριγκιπικά μαλλιά που είχανε και μια στραβοκομένη φράντζα απ’ το ψαλίδι του κ. Περικλή!
Αναστέναξα ευτυχισμένη επιτέλους! Στο βάθος σαν να είδα να έρχεται φουριόζα η μαμά μου, Ωχ και τώρα; Τι κάνω τώρα αυτή την δύσκολη ώρα;
–Εσύ εμένα θα με πεθάνεις μια μέρα ….





