ΑρχικήFEATUREDΣήμερα, 2 Ιουλίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Κατάθεση της Τιμίας Εσθήτος...

Σήμερα, 2 Ιουλίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Κατάθεση της Τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ιστορικό ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη

Ο τύπος της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας, που διαδόθηκε με αντίγραφα σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, η Παναγία εικονίζεται ολόσωμη, μετωπική, με υψωμένα τα χέρια. Στο στήθος, σε μετάλλιο, παριστάνεται ο Χριστός ευλογώντας.

Σήμερα, 2 Ιουλίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Κατάθεση της Τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ιστορικό ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη.

Κατάθεση εσθήτος της Θεοτόκου εν Βλαχέρναις

Αναφέρεται στην εναπόθεση της εσθήτας ή του καλύμματος της κεφαλής (μαφορίου) της Παναγίας στον ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την προστασία της Πόλης. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Λέοντος Α΄ (457 – 474), δύο Βυζαντινοί πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος, ταξίδεψαν ως προσκυνητές στην Παλαιστίνη, και στη Ναζαρέτ φιλοξενήθηκαν στο σπίτι μιας ηλικιωμένης Εβραίας που τους αποκάλυψε ότι φύλασσε κρυφά την εσθήτα της Θεοτόκου. Οι δύο πατρίκιοι, επιθυμώντας να μεταφέρουν τον ιερό αυτό θησαυρό στην Κωνσταντινούπολη, αντικατέστησαν κρυφά τη λάρνακα που την περιείχε με μια πανομοιότυπη και τη μετέφεραν στη Βασιλεύουσα. Οταν το γεγονός έγινε γνωστό στον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη Γεννάδιο, το ιερό κειμήλιο κατατέθηκε επίσημα στις 2 Ιουλίου 458 σε χρυσή λάρνακα στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, σε παρεκκλήσιο ονομαζόμενο «Αγία Σορός», όπου φυλασσόταν το ωμοφόριο της Θεοτόκου και όπου μόνο ο βασιλιάς επιτρεπόταν να εισέλθει.

Η τίμια εσθής θεωρήθηκε το απόλυτο «τείχος» της Κωνσταντινούπολης, όχι απλώς ως ένα λατρευτικό αντικείμενο, αλλά ως το απτό υλικό στοιχείο που φανέρωνε την υπερφυσική προστασία της Θεοτόκου. Η πιο δραματική χρήση της ως προστατευτικού στοιχείου έγινε κατά την πολιορκία του 626, όταν Αβαροι και Σλάβοι, σε συνεργασία με τους Πέρσες κύκλωσαν την Κωνσταντινούπολη, με τον Πατριάρχη Σέργιο να την περιφέρει στα τείχη της πόλης, τον εχθρικό στόλο να καταστρέφεται και την πολιορκία να λύνεται. Την προστασία της επικαλέσθηκαν, επίσης, κατά την αραβική πολιορκία του 717 – 718 επί Λέοντος Γ΄ και κατά τη ρωσική επιδρομή του 860 επί πατριαρχίας Φωτίου του Μεγάλου.

Μια από τις αξιοσημείωτες παραδόσεις που συνδέονται με τη Βασιλική των Βλαχερνών είναι το λεγόμενο «σύνηθες θαύμα», όταν, κάθε Παρασκευή βράδυ κατά τη διάρκεια της παννυχίδας, το καταπέτασμα που κάλυπτε την εικόνα της Θεοτόκου ανυψωνόταν μόνο του, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, και έμενε ανυψωμένο μέχρι το πρωί του Σαββάτου, οπότε κατέβαινε και πάλι μόνο του. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), η τύχη της τίμιας εσθήτας είναι ασαφής, ωστόσο διάφορες παραδόσεις αναφέρουν ότι τμήματά της μεταφέρθηκαν στη Ρωσία, όπου φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως στο Κρεμλίνο, στις Μονές Ζωγράφου και Βατοπεδίου στο Αγιον Ορος, καθώς και στον Καθεδρικό Ναό της Σαρτρ της Γαλλίας, γνωστό ως «Voile de la Vierge».

Η εορτή έχει πλούσια υμνολογία, με απολυτίκιο, κοντάκιο και κανόνα. Το απολυτίκιο της εορτής τονίζει τη σύνδεση μεταξύ της υλικής εσθήτας και της πνευματικής σκέπης που η Θεοτόκος απλώνει πάνω από τους πιστούς, αναφέρει δε χαρακτηριστικά «Θεοτόκε αειπάρθενε, των ανθρώπων σκέπη, εσθήτα και ζώνην του αχράντου σου σώματος, κραταιάν τη πόλει σου περιβολήν εδωρήσω…».

Ο ναός των Βλαχερνών υπήρξε το πιο γνωστό και το πιο φημισμένο ιερό της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη, με διαρκή ακτινοβολία σ᾽ ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.

Τα κυριότερα στοιχεία της ιστορίας του και των περιπετειών του στη βυζαντινή περίοδο είναι: το ναό έχτισε η αυτοκράτειρα Πουλχερία μεταξύ των ετών 450 – 453 μ.Χ., έτος του θανάτου της και μαζί με τον Μαρκιανό (450 – 457 μ.Χ.) τη διακόσμησαν. Φαίνεται όμως ότι επί Λέοντος Α´ (457 – 474 μ.Χ.) ο ναός ολοκληρώθηκε και απέκτησε λάμψη, ιδιαίτερα με τη δημιουργία του «ἁγίου λούσματος» και του αγιάσματος. Τότε χτίστηκε και το παρεκκλήσιο της Αγίας σορού για να δεχτεί το ωμοφόριο και την Τιμία Εσθήτα της Θεοτόκου, που μεταφέρθηκαν από την Παλαιστίνη το 473 μ.Χ. (βλέπε ίδια ημέρα). Τότε παραχωρήθηκαν στο ναό σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, κυρίως κτήματα. Ο Προκόπιος σημειώνει ότι ο Ιουστινιανός επί της βασιλείας του θείου του Ιουστίνου Α´(518 – 527 μ.Χ.) τροποποίησε και τελειοποίησε το αρχικό οικοδόμημα. Στην περιγραφή που δίνει αφήνει την εντύπωση πως στον τύπο της βασιλικής υψώθηκε τρούλλος, στηριγμένος σε ημικύκλιο που σχημάτιζαν οι κίονες. Η ανακαίνιση αυτή, επί Ιουστίνου Α´, περιλαμβάνεται και σε δύο επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας.

Πολλοί αυτοκράτορες, κατά καιρούς, από προσωπικό ενδιαφέρον βοήθησαν στην αναδιοργάνωση των Βλαχερνών με διάφορες, δωρεές. Το μέγεθος των λειτουργικών αναγκών του ναού αποκαλύπτεται από Νεαρά του Ηρακλείου, η οποία ορίζει το ιερατείο και το προσωπικό ως εξής: 12 πρεσβύτεροι, 18 διάκονοι, 6 διακόνισσες, 8 υποδιάκονοι, 20 αναγνώστες, 4 ψάλτες και 6 θυρωροί, συνολικά 74 άνθρωποι στην υπηρεσία του μεγάλου θρησκευτικού κέντρου λατρείας της Παναγίας των Βλαχερνών. Ο Ιουστίνος ο Β´ (565 – 578 μ.Χ.) είχε προσθέσει δύο αψίδες, ενισχύοντας το σχήμα του σταυρού, ενώ σε κάποια νεότερη φάση ο Ρωμανός Γ´ Αργυρός (1028 – 1034 μ.Χ.) διακόσμησε με χρυσό και ασήμι τα εσωράχια των τοξοστοιχιών.

Θα πρέπει να τονισθεί ο ρόλος που διαδραμάτισε η Παναγία των Βλαχερνών στη διάρκεια της Εικονομαχίας και προπαντός επί Κωνσταντίνου Ε´. Επειδή ήταν το λατρευτικό κέντρο των Ορθοδόξων, παράλληλο με την Αγία Σοφία (π.χ. κάθε παρασκευή γινόταν ολονύχτιες αγρυπνίες των πιστών αφιερωμένες στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας) το εικονογραφικό πρόγραμμα καταστράφηκε. Όπως μας πληροφορεί σύγχρονη σχεδόν πηγή «ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Νέου», που γράφτηκε το 808 μ.Χ., οι εικονομάχοι αντικατέστησαν τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων με παραστάσεις δέντρων, πτηνών και θηρίων: «Τοῦ δὲ τυράννου τὸν σεβάσμιον ναὸν τῆς Παναχράντου Θεοτόκου τὸν ἐν Βλαχέρναις κατορύξαντες, τὸν πρὶν κεκοσμημένον τοῖς διατοίχοις ὄντα ἀπὸ τὲ τῆς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ συγκαταβάσεως, ἕως θαυμάτων παντοίων καὶ μέχρι τῆς αὐτοῦ Ἀναλήψεως καὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθόδου διὰ εἰκονικῆς ἀναζωγραφήσεως καὶ οὕτως τὰ τοῦ Χριστοῦ ἅπαντα μυστικὰ ἐξάραντος, ὀπωροφυλάκιον καὶ ὀρνεοσκοπεῖον τὴν ἐκκλησίαν ἐποίησε. Δένδρα καὶ ὄρνεα παντοῖα, θηρία τε καὶ ἄλλα τινα ἐγκύκλια διὰ κισσοψύλων, γερανῶν τε καὶ κορωνῶν καὶ ταώνων ταύτην περιμουσώσας, ἵν᾽ εἴπω ἀληθῶς ἄκοσμον ἔδειξεν».

Τότε εξαφανίστηκε και η ξύλινη, αργυρόχρυση και ιστορική εικόνα της Παναγίας, η οποία ξαναβρέθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, το 1030 μ.Χ. κρυμμένη στον τοίχο κατά τις εργασίες ανακαίνισης που έγιναν επί Ρωμανού Γ´ Αργυρού.

Είχε ήδη δημιουργηθεί ο τύπος της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας, που διαδόθηκε με αντίγραφα σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Η Παναγία εικονίζεται ολόσωμη, μετωπική, με υψωμένα τα χέρια. Στο στήθος, σε μετάλλιο, παριστάνεται ο Χριστός ευλογώντας. Με την εικόνα της Βλαχερνίτισσας συνδέεται και το θαύμα του πέπλου που ανασηκωνόταν από το πρόσωπο της Θεοτόκου ανάλογα με την περίπτωση, όπως μαρτυρεί η Άννα η Κομνηνή.

Τελευταία Νέα

Σετικά άρθρα