ΑρχικήΑΡΘΡΑΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΑ & ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ…

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΑ & ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ…

….Ξύπνααααα, η λειτουργία θα τελειώσει, πότε θα πάμε επιτέλους στην εκκλησία; Όταν ο παππάς πει το δι’ ευχών των Αγίων…; Η ώρα πάει έντεκα και ακόμη δεν ετοιμάστηκες….θα πέσει παντόφλα σήκωωω! Τι μαρτύριο κι αυτό το Κυριακάτικο ξύπνημα, απ’ τα χαράματα οι μαμάδες με την φωνή στο διαπασών.

Ρεζίλι θα γίνουμε πάλι, όλα τα παιδιά στην εκκλησία, μόνο εσύ λείπεις κάθε φορά, τι θα λέει ο κόσμος; Μπρος ετοιμάσου, εγώ φεύγω δε μπορώ άλλο να περιμένω, εσύ παιδί μου θα με φας, τι θα με φας που μ’ έφαγες … φεύγω.

Φύγεεεεε, μουρμούριζα μέσα απ’ το χουχουλιάρικο μου σατέν πάπλωμα, ροζ από την μία και κόκκινο από την άλλη. Κοιτάω το ασημί ρολόι που φαίνεται από την ανοιχτή πόρτα, απέναντι στην ξύλινη εταζέρα με το κολλαριστό πλεκτό πετσετάκι. Οχτώ παρά… το ίδιο βιολί πάντα, δυο ώρες αργότερα το ΄βλεπε η μαμά και γω προσπαθούσα να αποφύγω όλο αυτό… το τι θα πει ο κόσμος και να κοιμηθώ ως την Δευτέρα.

Τη μια πονούσε η κοιλιά μου και την άλλη είχα τρομερό πονοκέφαλο… Εκκλησία δεν πήγαινα, μήτε το λιβάνι μ’ άρεσε, μήτε οι χαιρετούρες κι οι ψαλτάδες που μπούρου – μπούρου με νανούριζαν εκεί στο στασίδι στα πόδια της μαμάς. Έγερνα το κεφαλάκι μου και κοιμόμουν του καλού καιρού. Μάλλον παραμιλούσα, γιατί έτρωγα σπρώξιμο απ’ το ξώφτερνο τακουνάκι της κάθε τόσο. Σε βλέπει ο κόσμος, αχ Θεέ μου εγώ κορίτσι γέννησα ή τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη;  κλαψούριζε.

Σάββατο σχολείο, μια Κυριακή μας έμενε να χουζουρέψουμε λίγο. Το φαγητό σχεδόν πάντα το ίδιο, κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο ή γιουβαρλάκια! Μόλις επέστρεφε, τ’ αυγόκοβε και καθώς ρουφούσε τη σούπα, φώναζε να την ακούσουμε όλοι, Πωπωωωω τι λουκούμι φαγητό έχουμε σήμερα…

Ούτε το κοτόπουλο, ούτε τ’ αυγοκομμένα γιουβαρλάκια που μύριζαν αβγουλίλα, ήθελα. «Θα με τηγανίσεις πατατούλες;» ρωτούσα κάθε φορά  ναζιάρικα κι αγαπησιάρικα … Έκλεινα τα μάτια κι έλεγα συγχρόνως μαζί της μιας και είχα μάθει απ’ έξω τον εξάψαλμο…. «Πατατούλες; Και τι θα γίνει το φαγητό; Εγώ για σας το μαγείρεψα. Απ’ τα χαράματα ξύπνησα, αυτό έχουμε αυτό θα φας, άλλα παιδιά δεν έχουνε μήτε ψωμάκι και συ θέλεις πατατούλες …τρώγε είπα!» Το κοτόπουλο το λυπόμουν, έβλεπα τις κοτούλες στα κοτέτσια της γειτονιάς και τα χαιρετούσα κάθε φορά, ε! πως να τα φάω  έτσι ξεροψημένα που τα έβλεπα και πεθαμένα;  

Μετά έρχονταν οι γειτόνισσες για καφέ και σούξου μούξου  μανταλάκια… Μα όλο τα ίδια λένε οι κουτσομπόλες, οι σουρλουλούδες μουρμούριζα… Φορτωνόμουν τα Εικονογραφημένα Κλασσικά και κατέβαινα τις σκάλες με μωσαϊκό ξαλαφρωμένη και ευτυχισμένη που δε θ’ απαντούσα στις στερεότυπες ερωτήσεις τους, “Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις Ανθούλα;”  “Πυροσβέστης” απαντούσα. Κόκκινη σαν παπαρούνα η μαμά μου, χαχαχαχα το καταδιασκέδαζα…

Πήγαινα και γω επίσκεψη σε φίλες μου και κάναμε ανταλλαγή εκεί πάνω στις ταράτσες στο Πράβι, με ότι παραμύθι διέθετε η παρέα. Διάβαζα και τον Μικρό Ήρωα και με το ένα χέρι απ’ την αγωνία έτριβα το αριστερό μου αυτί, κόντευα να το ξεκολλήσω.  Έκρυβα το ‘ΝΤΟΜΙΝΟ’ κάτω από την ζακετούλα μου γιατί η μεγάλη αδερφή της φίλης μου διάβαζε τις συνέχειες από τα Φωτορομάντζα …. Μια εποχή που κυριαρχούσε το  “τι θα πει ο κόσμος!”.

Υπήρχε το σαλόνι με τις βελούδινες πολυθρόνες και τα σεμεδάκια σκληρά και τεντωμένα πάνω στα τραπεζάκια αλλά και εκεί που ακουμπάει το κεφάλι και τα χέρια ο επισκέπτης. Ποτέ μου δε κατάλαβα, σε τι χρησίμευε, αφού όλοι  μια χαρά βολευότανε στην κουζίνα με τα δύο μπαουλοντίβανα και τις καρέκλες ένα γύρω απ’ το τραπέζι.

Τραπεζομάντηλο καλό τις Κυριακές κόκκινο βελούδο βυσσινί και διάφανο νάιλον από πάνω μη λερώσει το αριστούργημα. Απλό λουλουδάτο με κρόσσια τις καθημερινές, που είχα το βίτσιο να χώνω τα δάχτυλα μέσα και να το ξεφτάω.  Ένα βάζο με λουλούδια πλαστικά και φρέσκα ενίοτε,  σε γιορτές, Κυριακές και Εθνικές επετείους.  Πρόλαβα το ψυγείο με πάγο και τις μπύρες ΦΙΞ.

Στο σαλόνι με όλα τα πλεκτά και τα μπιμπελό με μισόγυμνες γυναίκες ξαπλωμένες σε ανάκλιντρα και πίνακες από χαρτί όπου χαιρόσουν τάχαμ να βλέπεις κοπέλες ζουμπουρλές, αγκαλιά με κίονες να χαζεύουν το ποτάμι που ήταν πνιγμένο με τριαντάφυλλα ροζ και βάρκες χωρίς κουπιά να πλέουν βουτηγμένες σε λουλούδια και μπουζούκια εποχής. Εκεί υπήρχε και η φοντανιέρα με τα σσσσσοκολατάκια σχήμα μαργαρίτας  “Παυλίδη”, που αγόραζα σαν πιο μεγάλη χύμα απ’ το μπακάλικο της γειτονιάς με το τεφτεράκι για τις αγορές μας. Μ’ αυτό έμαθα την προπαίδεια κι ο μπακάλης αντί για ρέστα μου έδινε καραμελίτσες βουτύρου.

Εκεί στο ντουλάπι κλειδωμένα και τα γλυκά του κουταλιού  για τους ξένους…. θησαυροφυλάκιο το ονόμαζα. Αλίμονο, αν τρώγαμε με το ίδιο κουταλάκι και ζαχαρώναμε το συκαλάκι που έχει κόπο να μαζευτεί, να καθαριστεί, να μελώσει και να φτάσει στο πιατάκι… και τι θα πει τότε ο κόσμος; Θύμωνα μ’ αυτή τη φράση κι έβγαζα γλώσσα… «ότι θέλει να πει, αμάν αυτός ο κόσμος, ας βλέπει τα δικά του γλυκά που είναι και ζαχαρωμένα φώναζα όλο παράπονο».

Είχαμε βέβαια κι ένα τεράστιο κασετόφωνο με κάτι ταινίες που τελειωμό δεν είχαν και έπαιζε απ’ το πρωί ως το βράδυ Ο Καζαντζίδης / δυο πόρτες έχει η ζωή / άνοιξα  μια και μπήκα και μετά, έλεγε για ένα καντήλι που σβήνει και θύμωνα και έφτυνα τον κόρφο μου και έκανα εκατό σταυρούς  και μετά άρχιζε ο Αττίκ κι ο Πολυμέρης  κι η Πόλυ Πάνου και Καίτη Γκραίη «όφουυυυυ τι βλακείες ακούς βρε Μαμά;» της έλεγα περιφρονητικά.

Κι ανέμιζαν οι κουρτίνες και φώναζε πάλι η μαμά… «Μηηηηη θα μπουν κουνούπια και το μεσημέρι πως θα κοιμηθούμε;»

Γιατί ήταν κι αυτός ο βραχνάς, κάθε μεσημέρι δύο με τρεις έπρεπε να πλύνουμε πόδια και να ξαπλώσουμε στα καθαρά σεντόνια γιατί τι θα πει ο κόσμος αν τα δει βρώμικα…και τι θα πει αν καταλάβουν οι γείτονες ότι δεν έχουμε μεσημεριανή σιέστα που είναι κι η ώρα κοινής ησυχίας! Αυτό το μετέδωσε και στα εγγόνια και συχνά πυκνά θυμόμαστε αυτό το … «Είναι μεσημέρι, γρήγορα για ύπνο».

Κι όμως ήτανε πανέμορφα, είχαμε αρχές, είχαμε αγωγή έστω κι αν έπεφτε σε μένα τουλάχιστον, παντόφλα. Νοσταλγώ , θυμάμαι και δακρύζω.

 

Τελευταία Νέα

Σετικά άρθρα