Το κινητό είναι ξεχασμένο στην άκρη του γραφείου. Ξαφνικά νιώθετε την ανάγκη να δείτε τι ώρα είναι. Ενεργοποιείτε την οθόνη και βλέπετε ότι η ώρα είναι 11:11. Την επόμενη ημέρα συμβαίνει ακριβώς το ίδιο και μία εβδομάδα αργότερα ξανά. Το ίδιο μπορεί να παρατηρηθεί και με μία συγκεκριμένη μάρκα αυτοκινήτου. Να συνδέσετε, για παράδειγμα, ένα μοντέλο αυτοκινήτου με έναν άνθρωπο, τον οποίο σκέφτεστε συχνά και ξαφνικά αυτό να εμφανίζεται μπροστά σας. Αντίστοιχο είναι το φαινόμενο με μία λέξη ή έννοια που μάθατε πρόσφατα, η οποία μοιάζει να βρίσκεται παντού: σε συζητήσεις, σε άρθρα, σε τηλεοπτικές εκπομπές.
Δεν πρόκειται για σύμπτωση, αλλά για ένα φαινόμενο καθόλου τυχαίο, ούτε σπάνιο. Λέγεται «Μπάαντερ – Μάινχοφ» ή «ψευδαίσθηση της συχνότητας» και πρόκειται για ένα μηχανισμό που μας ξεγελά και μας οδηγεί να αντιλαμβανόμαστε ένα ερέθισμα πολύ συχνότερα αφού το προσέξουμε για πρώτη φορά, παρότι η πραγματική του συχνότητα δεν έχει αλλάξει. Πιο απλά: το αυτοκίνητο που νομίζουμε ότι βλέπουμε συχνότερα, στην πραγματικότητα κυκλοφορούσε πάντα ανάμεσά μας, απλώς εμείς δεν το είχαμε προσέξει. Όσο για την ώρα, ελέγχουμε πολλές φορές το κινητό μας τηλέφωνο χωρίς ωστόσο να το σκεφτόμαστε, αλλά όταν είναι 11:11 εστιάζουμε σε αυτήν και έτσι νιώθουμε ότι τη βλέπουμε πιο συχνά. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δέχεται καθημερινά τεράστιο όγκο πληροφοριών και αναγκάζεται να φιλτράρει όσα θεωρεί σημαντικά. Μόλις κάτι αποκτήσει προσωπικό ενδιαφέρον ή συναισθηματική βαρύτητα, αρχίζουμε να το εντοπίζουμε πολύ πιο εύκολα στο περιβάλλον μας.
Οι δύο διαδικασίες του εγκεφάλου
Ήταν το 2005, όταν ο γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, Άρνολντ Ζβίκι, έκανε λόγο πρώτη φορά για την «ψευδαίσθηση της πρόσφατης εμπειρίας», ορίζοντάς την ως «την πεποίθηση ότι τα πράγματα που παρατηρήσαμε πρόσφατα είναι πράγματι πρόσφατα». Επιπλέον, αναφέρθηκε και στην «ψευδαίσθηση της συχνότητας», περιγράφοντάς την ως «το φαινόμενο κατά το οποίο, μόλις παρατηρήσουμε κάτι, νομίζουμε ότι συμβαίνει πολύ συχνά».
Όπως εξηγεί ο ειδικός, η ψευδαίσθηση της συχνότητας συνδέεται με δύο διαδικασίες. Η πρώτη είναι η επιλεκτική προσοχή, όπου ο εγκέφαλος καταγράφει μια νέα πληροφορία και την ιεραρχεί ως σημαντική. Έτσι, ασυνείδητα, αρχίζει να παρατηρεί το περιβάλλον για να την εντοπίσει, αγνοώντας όλα τα υπόλοιπα ερεθίσματα που θεωρεί ασήμαντα. Η δεύτερη είναι η προκατάληψη της επιβεβαίωσης, όπου παρατηρώντας ξανά και ξανά το νέο ερέθισμα, ο εγκέφαλος το ερμηνεύει ως απόδειξη ότι το θέμα πράγματι είναι πιο συχνό και επομένως ενισχύει την πεποίθηση πως εμφανίζεται συνέχεια, ενώ στην πραγματικότητα υπήρχε πάντα απλώς δεν το προσέχαμε.





