Για περισσότερο από έναν αιώνα, το «Paragon Cafe» υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένα από τα πιο γνωστά καφέ της Αυστραλίας. Αποτέλεσε σύμβολο της ελληνικής μετανάστευσης, της εργατικότητας και της δημιουργικότητας, μια επιχείρηση που ξεκίνησε από το όραμα ενός νεαρού Έλληνα μετανάστη και μετατράπηκε σε εθνικό σημείο αναφοράς. Σήμερα, όμως, το ιστορικό κτίριο στην Katoomba των Blue Mountains στη Νέα Νότιας Ουαλία, βρίσκεται αντιμέτωπο με τη φθορά και την εγκατάλειψη.
Βανδαλισμοί, καταλήψεις από καταπατητές, διοργάνωση παράνομων πάρτι, εκτεταμένες ζημιές από διαρροές νερού και χρόνια αμέλεια έχουν οδηγήσει την κυβέρνηση της Πολιτείας να προσφύγει στο Land and Environment Court κατά της ιδιοκτήτριας εταιρείας Conset Investments, υποστηρίζοντας ότι έχει παραβιάσει τη νομοθεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Για την ελληνική παροικία, όμως, το Paragon δεν είναι απλώς ένα ακόμη κτίριο που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νομικής διαμάχης. Είναι ένα ζωντανό σύμβολο της παρουσίας, της διαδρομής και της συλλογικής μνήμης των Ελλήνων της Αυστραλίας.
Η ιστορία ξεκινά με τον Zacharias Theodore Simos, ένα 15χρονο αγόρι από τα Κύθηρα, που πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στην Αυστραλία. Όπως χιλιάδες Έλληνες μετανάστες εκείνης της εποχής, έφθασε στη νέα του πατρίδα χωρίς περιουσία, αλλά με εφόδια την αποφασιστικότητα, την εργατικότητα και τη φιλοδοξία να δημιουργήσει κάτι δικό του. Το 1916 ίδρυσε το «Paragon Cafe», το οποίο μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εξελίχθηκε σε μία από τις πιο γνωστές επιχειρήσεις της χώρας. Δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο καφέ.
Ο Simos ταξίδεψε στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ελβετία, όπου εκπαιδεύτηκε στην τέχνη της σοκολατοποιίας, επιστρέφοντας στην Αυστραλία με πρωτοποριακές ιδέες και τεχνικές που για την εποχή θεωρούνταν καινοτόμες. Το αποτέλεσμα ήταν ένας χώρος απαράμιλλης αισθητικής. Οι επισκέπτες μπορούσαν να απολαύσουν χειροποίητες σοκολάτες, νουγκά, φοντάν, παγωτά και αμερικανικά επιδόρπια, ενώ το εσωτερικό του καταστήματος μετατράπηκε σε ένα πραγματικό αριστούργημα της Art Deco αρχιτεκτονικής.
Τις μεγάλες ανακαινίσεις ανέλαβε ο διάσημος αρχιτέκτονας Henry Eli White, δημιουργός μεταξύ άλλων του ιστορικού State Theatre Sydney, ενώ ο Ολλανδός γλύπτης Otto Steen φιλοτέχνησε εντυπωσιακές αλαβάστρινες παραστάσεις, εμπνευσμένες από την ελληνική μυθολογία. Οι ελληνικές αναφορές δεν ήταν τυχαίες. Ο Simos δεν έκρυψε ποτέ την καταγωγή του, αντίθετα, επέλεξε να ενσωματώσει στοιχεία της ελληνικής ιστορίας και του πολιτισμού σε έναν χώρο που καθημερινά προσέλκυε εκατοντάδες Αυστραλούς και επισκέπτες από όλο τον Κόσμο.
Το «Paragon», δεν υπήρξε μόνο ένα εμβληματικό ζαχαροπλαστείο, αλλά και ένα σημείο αναφοράς για την ελληνική μεταναστευτική κοινότητα, λειτουργώντας ως σχολείο και χώρος εκπαίδευσης για δεκάδες Έλληνες μετανάστες που ξεκίνησαν εκεί την επαγγελματική τους πορεία. Ο Simos συνέβαλε καθοριστικά στην άφιξη πολλών συμπατριωτών του στην Αυστραλία, χρηματοδοτώντας το ταξίδι τους και προσφέροντάς τους εργασία και εκπαίδευση.
Πολλοί από αυτούς έμαθαν την τέχνη της εστίασης μέσα στο «Paragon» και αργότερα δημιούργησαν τις δικές τους επιχειρήσεις στη Νέα Νότια Ουαλία, αλλά και σε ολόκληρη την περιφερειακή Αυστραλία. Με αυτόν τον τρόπο, το καφέ δεν αποτέλεσε απλώς μια επιτυχημένη επιχείρηση, αλλά ένα πραγματικό φυτώριο ελληνικής επιχειρηματικότητας. Από τους χώρους του πέρασαν άνθρωποι που αργότερα δημιούργησαν ένα εκτεταμένο δίκτυο ελληνικών καφέ, το οποίο για πολλές δεκαετίες αποτέλεσε χαρακτηριστικό στοιχείο της αυστραλιανής επαρχίας.





