Δεν ήταν έκπληξη κάτι δηλώσεις των υπευθύνων της Αττικής Τραγωδίας της 23ης Ιουλίου, πως άμεσα θα ξεκινήσουν τα έργα διευθέτησης (εξαφάνισης στην ουσία) του Μεγάλου Ρέματος της Ραφήνας, καθώς και των μικρότερων συμβαλλόντων σε αυτό. Δεν ήταν έκπληξη για πολλούς λόγους, που μόνο με την ανάγκη συγκράτησης νερού και εδάφους μετά τις πυρκαγιές, δεν έχουν σχέση. Προφανώς, οι υπεύθυνοι της Αττικής Τραγωδίας, δεν έχουν καμία σχέση με τις σύγχρονες ιδέες και πρακτικές διαχείρισης του προβλήματος,
την οικολογική θεώρηση του,
τη δασική επιστήμη,
τις δασοτεχνικές επεμβάσεις,
την οικολογία της φωτιάς και
τη μηχανική της διάβρωσης που ακολουθεί τις πυρκαγιές.
Το κακό παραμένει πως θέλουν να μιλάνε ακόμα και ακόμα δυστυχέστερα έχουν αποφασιστικό ρόλο στο μέλλον του τόπου που καταστρέφουν.
ΦΩΤΙΑ ΠΑΡΝΗΘΑΣ 2007
Εξηγούμαστε.
Το 2007, μετά από την απόλυτη καταστροφή του δάσους της Πάρνηθας, για πρώτη φορά στα δασικά χρονικά και για καταστροφή τέτοιου μεγέθους, κινητοποιήθηκε ο κρατικός μηχανισμός καλώντας ανθρώπους που γνώριζαν το βουνό, την οικολογία της φωτιάς, αναγνώριζαν τις επιπτώσεις της και επιπλέον ήταν ικανοί να σχεδιάσουν (οι δασολόγοι) και να εκτελέσουν (οι δασεργάτες) τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή αναμενόμενων φαινομένων όπως:
Η διάβρωση του εδάφους
Η παράσυρση και των προϊόντων της διάβρωσης και η απομάκρυνση τους ως φερτές ύλες
Αυτό που ήξεραν πως πρέπει να γίνεται αμέσως μετά τις πυρκαγιές, είναι οι κατάλληλες παρεμβάσεις επί των καμένων εδαφών, ώστε να συγκρατηθεί το –καμένο έστω- χώμα στη θέση του, προκειμένου να μη μετατραπεί σε παρασυρόμενα φερτά υλικά και καταλήξει στα κατάντη, γεννώντας ή κλιμακώνοντας τα πλημμυρικά φαινόμενα και απογυμνώνοντας τις ορεινές, καμένες επιφάνειες.
Το εδαφικό υλικό είναι πολύτιμο για την επανεγκατάσταση του δάσους και οι στόχοι είναι προφανείς:
Α. Η συγκράτηση του εδαφικού υλικού, για να ξεκινήσει η αναγέννηση του καμένου δάσους
Β. Η διατήρηση των σπόρων της χαλεπίου πεύκης, αλλά και άλλων ώριμων καρπών πυρόφιλων ειδών, που διέδωσαν τα σπέρματα τους με τη φωτιά, στον τόπο έτσι ώστε να αναγεννηθούν. Η ταχύτητα εκτέλεσης των εργασιών είναι σημαντική γιατί κάθε καθυστέρηση οδηγεί σε απώλεια όλο και περισσοτέρων σπερμάτων, έτοιμων να αναγεννήσουν το δάσος. Κάθε καθυστέρηση επίσης οδηγεί σε αύξηση του σχετικού κόστους
Γ. Η διατήρηση υδατοπερατού εδαφικού ορίζοντα, ο οποίος θα μπορεί να απορροφήσει ικανές ποσότητες όμβριου νερού και να μη το αφήσει να απορρεύσει προς τα κατάντη, μαζί με τα φερτά. Η έλλειψη αυτού του ορίζοντα και η αποκάλυψη του μητρικού πετρώματος είναι από τις βασικές αιτίες αύξησης της απορροής και εντατικοποίησης των πλημμύρων στα κατάντη
Δ. Το σημαντικότερο και με άμεση ευεργετική επίπτωση, τόσο στα κατάντη όσο και στην πορεία αποκατάστασης του δάσους με φυσική αναγέννηση, μέσα στα 2-5 πρώτα χρόνια από την πυρκαγιά, είναι τα υδρονομικά έργα. Χωρίς αυτά, ότι και να γίνει στα κατάντη. Ακόμα και αν μετατρέψουν τα ρέματα της περιοχής σε υπερδιαστασιολογημένους οχετούς, θα αποτύχει και για μία ακόμα φορά, θα πνίξουν τον κόσμο ενώ θα έχουν ξοδέψει εκατομμύρια και θα έχουν εξαφανίσει πολύτιμη φύση από την περιοχή.
Ε. Βέβαια, επειδή στην περιοχή ακόμα υπάρχει, η δασική αρχή πρέπει να προχωρήσει στην απαγόρευση δραστηριοτήτων που προάγουν τη διάβρωση, όπως η βόσκηση και το εγκληματικό μπάζωμα των ρεμάτων. Αυτονόητο είναι πως και η απαγόρευση του κυνηγιού και τωων σχετικών με το κυνήγι δραστηριοτήτων, είναι απαραίτητη.
ΣΤ. Τέλος, λίαν απαραίτητα, είναι φυτοτεχνικά έργα στην λεκάνη απορροής των κυρίων ρεμάτων που περιλαμβάνουν και τις υπολεκάνες των συμβαλλόντων κλάδων. Αναδασώσεις εντός των λεκανών πρέπει να ακολουθήσουν αλλά όχι τον πρώτο χρόνο. Αφού υποστηριχθεί η φυσική δάσωση πρώτα με τα άμεσα έργα ορεινής υδρονομίας, η φυσική αναγέννηση αναμένεται να εμφανιστεί από τν δεύτερο χρόνο. Η εμφάνιση αυτή είναι πραγματικά εκρηκτική. Από τον 3ο ή 4ο χρόνο, μπορεί να καταστρωθεί ένα σχέδιο αναδάσωσης στις καμένες ορεινές και ημιορεινές επιφάνειες, έργο το οποίο έχει και πιο μόνιμο προστατευτικό χαρακτήρα και αναβαθμίζει τον τόπο. Η αναδάσωση τα 2 πρώτα χρόνια είναι σχεδόν ανέφικτη λόγω των ήδη ρευστοποιημένων από τη φωτιά θρεπτικών συστατικών του εδάφους.
Ο τρόπος που λειτούργησαν οι φυσικές και ήπιες μέθοδοι προστασίας στα ανάντη καθώς και τα ορεινά υδρονομικά της Πάρνηθας το 2007, δεν έγινε εμπειρία και μάθημα στους ιθύνοντες. Ίσως γιατί δεν βολεύει αυτούς που έχουν οικονομικές απολαβές από τη μεγέθυνση και την εντατικοποίηση των έργων προστασίας. Με τρόμο (ενώπιον της ενδεχόμενης απώλειας εσόδων για τις τσέπες τους) διαπίστωσαν πως ήπιες κατασκευές και αναβαθμοί, από ξύλο και χώμα στα ανάντη, προστάτεψαν καλύτερα τον τόπο, αντί των τσιμεντένιων υπερκατασκευών και των αθλίων συρματοκιβωτίων. Ειδικά τα συρματοκιβώτια κάποιοι άσχετοι τα βαφτίζουν «οικολογικά» και τα επιλέγουν για τους δικούς τους και μόνο, λόγους. Τα επιλέγουν αγνοώντας το κακό που κάνουν όταν πάνε να τα εγκαταστήσουν δίχως να χρειάζονται. Βέβαια όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τη δημόσια υγεία και το δημόσιο συμφέρον.
Ας επανέλθουμε στα απαραίτητα μέτρα, αμέσως μετά την πυρκαγιά. Δηλαδή στα ορεινά υδρονομικά και ας κάνουμε μία απλή και κατανοητή ελπίζω, περιγραφή. Μετά μπορείτε να τα συγκρίνετε και ως προς την αποτελεσματικότητα αλλά κυρίως ως προς τη βαρβαρότητα με τα έργα τσιμεντώματος (σκυροδέτησης, κοιτόστρωσης, σεραζανετοποίησης) και εξαφάνισης των ρεμάτων. Μη ξεχνάτε πως αποτελεσματική προστασία στα βουνά συνεπάγεται μικρότερα ή και καθόλου έργα στα πεδινά, σημαίνει μικρότερο κόστος για τον φορολογούμενο και αποτελεσματικότερη προστασία για τον πολίτη.
ΕΡΓΑ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ (ενδεικτικά)
Επιτυγχάνουν το σκοπό τους με τη συγκράτηση στη θέση που κατασκευάζονται, μέχρι την ανάπτυξη της βλάστησης.
Η σταθεροποίηση του εδάφους μπορεί να επιτευχθεί εναλλακτικά, με
Γεωκυψέλες
Γεωυφάσματα
Βιοπλέγματα
Κλαδοπλέγματα (Ταρσώματα)
Φακελώματα
Εδώ αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά μόνο από τα έργα ορεινής υδρονομίας, εκείνα που ίσως να είναι λιγότερο κατανοητά από έναν μη εξειδικευμένο νου ή έναν άνθρωπιο που δεν έχει ασχοληθεί ποτέ του με τη δασική ή άλλη γεωτεχνική επιστήμη
Άλλα βασικά μέτρα είναι η κατασκευή μικρών χωμάτινων ή λίθινων φραγμάτων στις μισγάγγειες και στα ρέματα, χωμάτινων αναβαθμών (μπαγγίνες), η βαθμίδωση του εδάφους για να αποφευχθεί η ολίσθηση του επιφανειακού εδαφικού υλικού, η άροση σε μερικές περιπτώσεις, η κατασκευή λιμνών – μικρών ταμιευτήρων όμβριων υδάτων και εμπλουτισμού του υδροφόρου ορίζοντα κλπ.
Όλα αυτά δούλεψαν στην Πάρνηθα το 2007, σε μεγαλύτερης έκτασης, διάρκειας και έντασης πυρκαγιά και σήμερα το βουνό δεν θυμίζει εκείνο το νεκροταφείο φύσης του καλοκαιριού του 2007. Η απόφαση για την εφαρμογή τους και την πρόσκληση δασολόγων για τον σχεδιασμό και δασεργατικών συνεταιρισμών για την υλοποίηση, ήταν αμιγώς πολιτική. Ήταν από τις ορθότερες αποφάσεις που έχει πάρει η πολιτική ηγεσία του τόπου.
ΣΗΜΕΡΑ
Σήμερα, αντί να αξιοποιηθεί η εμπειρία αυτή, η εμπειρία έργων που εκτελούνται σε παρόμοιες περιπτώσεις σε Ευρώπη και Αμερική, οι εδώ ιθύνοντες που βαρύνονται με την ενοχή για το δάσος που κάηκε και την Αττική Τραγωδία στο σύνολο της, φαίνεται πως στοχεύουν και πάλι σε μεθόδους και έργα που είναι μίας απηρχαιωμένης τσιμεντένιας αντίληψης. Μίας αντίληψης ληστρικής ως προς τα φυσικά αποθέματα του τόπου και ως προς το μέλλον του. Το μέλλον του τόπου και των ανθρώπων του.
Επαναλαμβάνουμε πως οι παραπάνω δράσεις είναι κατεπείγουσες και η ταχύτερη υλοποίηση τους εξασφαλίζει και την επιτυχία των στόχων τους. Δίχως τις εργασίες στο βουνό, ότι και να γίνει στα πεδινά τμήματα θα είναι και οικονομικά ασύμφορο αλλά κυρίως ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ.
Η ίδια η τοπική κοινωνία πρέπει να πιέσει προς όλες τις κατευθύνσεις προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα τον χειμώνα που έρχεται. Η εμπειρία και τα παραδείγματα υπάρχουν. Η Πάρνηθα διδάσκει. Η βούληση υπάρχει;
Ο Νίκος Σίμος είναι δασολόγος





